
«Το Μάτι του Θεού μέσα στο τρίγωνο. Το Μάτι που βλέπει τα πάντα, ορατά και αόρατα. Ο Θεός είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Ό,τι και να κάνω, όπου και να πάω, όσο κι αν «κοιμάμαι», ένα μάτι μένει πάντα άγρυπνο, πάντα παρατηρητικό. Δεν μπορώ να ξεφύγω από αυτό με κανένα τρόπο. Είναι απαιτητικό. Λέει: Όπου και να πας, θα γυρίσεις τελικά στον εαυτό σου. Σε κρατώ με αόρατα νήματα που τα τραβώ όλο και πιο κοντά μου ύστερα από κάθε σου περιπλάνηση, ως τη στιγμή όπου θα τραβήξω όλο το νήμα και θα σε ακινητοποιήσω. Δεν θα νιώθεις τέτοια ανάγκη να απομακρυνθείς από κοντά μου, όπως κάνεις τώρα, αλλά θα βρεθείς ακίνητη στην παλάμη μου. Στο χέρι του Θεού. Τότε θα πλάσω τη λάσπη σου σύμφωνα με το Σχέδιό μου και θα φυσήξω πνοή μέσα σου. Τότε μόνο θα δημιουργήσω τον καινούριο άνθρωπο, τον δεύτερο Άδαμ, και θα σε στείλω πίσω στη γη για να ζήσεις την πραγματική ζωή σου. Δεν ήρθε ακόμα η στιγμή της πλήρους ανάπλασής σου. Ακόμα παλεύεις με το παρελθόν σου, ακόμα διψάς να βρεις μια στάλα ευχαρίστησης σε αυτόν τον κόσμο. Η καρδιά σου δεν έχει ακόμα εγκαταλειφτεί στον αληθινό προορισμό σου. Οι χαρές αυτού του κόσμου κυριαρχούν ακόμα μέσα σου. Δεν είσαι πρόθυμη να τις αφήσεις, φοβάσαι μήπως χάσεις κάτι. Δεν έχεις βυθομετρήσει τη φύση των ηδονών, για αυτό πενθείς ακόμα τον χαμό τους. Ωστόσο, το Μάτι του Θεού μένει άγρυπνο. Μόλις εξαγνιστείς από το παρελθόν σου, από τους πόθους και τις επιθυμίες σου και είσαι έτοιμη να δεχτείς τη χάρη του Θεού μέσα σου, θα την δεχτείς. Αλλά όχι ακόμα, επειδή τώρα δεν υπάρχει τόπος για τον Θεό μέσα σου. Η κούπα σου είναι ακόμα γεμάτη από μια συγκεχυμένη μάζα από σκοτεινές επιθυμίες και πόθους. Όταν αδειάσεις τελείως, ο Θεός θα σε επισκεφτεί. Αλλά όχι προτού αδειάσεις.»

Έμεινε κατάπληκτη. Τι να ‘ταν αυτό το προφητικό άγγελμα! Τη συγκλόνισε συθέμελα επειδή της φανέρωνε μιαν απροσδόκητη πτυχή της εσωτερικής εξέλιξης. Και επέμενε να τονίζει ότι η κούπα της ήταν ακόμα γεμάτη από επιθυμίες και πόθους. Κι εκείνη είχε την εντύπωση ότι είχε αδειάσει εντελώς. Είχε, άλλωστε και την απόδειξη! Αν δεν είχε αδειάσει από το ζώο και τις απαιτήσεις του, δεν θα μπορούσε να είχε ανοίξει στους άλλους ανθρώπους, ούτε να νιώσει την τάση να ανοίξει και σε ευρύτερες περιοχές. Ναι, αλλά αυτό που της είχε μιλήσει, ο «Θεός», δηλαδή κάτι το Απόλυτο, η πλαστουργική δύναμη που παρακολουθούσε τις περιπλανήσεις της και την κρατούσε γερά δεμένη, ώστε να την ακινητοποιήσει στο χέρι του για να την πλάσει από την αρχή, δεν αναφέρθηκε καθόλου στο ζώο μέσα της. Της μίλησε σαν να μιλούσε σε άνθρωπο. Της πέρασε μια υποψία. Μήπως, μετά το ζώο και τις επιθυμίες του, η Θ. θα γέμιζε από επιθυμίες και πόθους ανθρώπινους και όχι πια ζωικούς; Της φάνηκε πολύ πιθανό. Είχε ξεκινήσει πιστεύοντας ότι είχε ένα σώμα, ένα ζώο κι έναν άνθρωπο. Μόλις το ζώο πέθανε και η Θ. άρχισε να αποκτά ανθρώπινη συνείδηση, έκανε την εμφάνισή του κάτι πέρα από τον άνθρωπο, και αυτό το κάτι αυτοτιτλοφορήθηκε «Θεός».
Η Θ. υπήρξε πάντα άθεη κι αγνωστικίστρια. Για αυτό η έκπληξή της δεν ήταν μικρή που το είναι της έβγαλε στο φως κάτι τέτοιο. Και να’ ταν μόνο αυτό! Ο «Θεός» της έδωσε να καταλάβει ότι έτσι όπως ήταν τότε, ο «άνθρωπος» μέσα της ήταν λάσπινος, ένα ατελές πρωτοδημιούργημα που θα έβρισκε την τελείωση και την ανάπλασή του μόνο όταν επέστρεφε στην Δημιουργό Αιτία του. Τότε, η Δημιουργική Αρχή θα διέλυε τη λάσπη του, την πήλινη δομή του και θα τον ξανάπλαθε με τα ίδια δομικά υλικά, δίνοντάς του διαφορετική δομή.
Ύστερα -το σπουδαιότερο- θα του φυσούσε θεϊκή πνοή μέσα του, οπότε θα γινόταν ένας καινούριος άνθρωπος, ένας άνθρωπος ξαναγεννημένος από το χέρι του Θεού. Και θα ξαναγύριζε στη γη, σταλμένος από το Θεό, για να εκτελέσει κάποιαν αποστολή. Σε σύγκριση με το παλιό άνθρωπο, ο καινούριος θα ήταν κάτι παραπάνω από άνθρωπος, θα ήταν ίσως υπέρ-άνθρωπος. Η Θ. ζαλίστηκε από τη συρροή των νέων αποκαλύψεων. Βάλθηκε να βάλει τα πράγματα σε κάποια τάξη.
Τελικά, λοιπόν, η διάταξη ήταν: σώμα, άνθρωπος, υπεράνθρωπος, Θεός.



