Περί ηθικής συνείδησης

Η αγάπη βάθαινε μέσα τους μέρα τη μέρα. Ο Σ. της τηλεφωνούσε δύο-τρεις φορές κάθε πρωί, στο γραφείο, και βλέπονταν κάθε βράδυ, μαζί με την παρέα του. Ο Σ. συνέχιζε να την κοιτά με κείνο το βαθύ βλέμμα αγάπης. Τα μάτια του είχαν το χρώμα του μελιού και γίνονταν τεράστια όταν την κοίταζαν. Ύστερα, το μέλι στα μάτια του άρχιζε να λυώνει, να κυλάει και η ροή του να εισδύει, από τα μάτια της Θ., στο στέρνο της και να σταλάζει εκεί μέσα. Η Θ. πίστευε ότι είχε βρει τον ιδανικό άντρα. Πέρα απ’ όλα τα άλλα, της έκανε εντύπωση ο βουβός σεβασμός που της έδειχνε, η βαθειά του εκτίμηση απέναντί της, η διακριτική και απλή περιποιητικότητά του. Επειδή ήταν λιγομίλητος, σχεδόν αμίλητος, οι ματιές του, οι κινήσεις του, οι χειρονομίες του, έπαιρναν διαστάσεις, αφού εκφράζονταν μέσα απ’ αυτές. Υπήρχε ψυχή σε όλα του. Το σάρκινο περίβλημά του ήταν φορέας μιας ζεστής και αυθεντικής ψυχής. Και, καθώς εισχωρούσε στο είναι της Θ., δεν άφηνε καμμιά πτυχής της ακάλυπτη. Σύντομα της μίλησε για γάμο και για παιδιά. Την είχε, λέει, από μακρυά ξεχωρίσει για γυναίκα του. Εξωτερικά, ήταν ο τύπος που του ταίριαζε. Αν του ταίριαζε και εσωτερικά, ήταν πρόθυμος για όλα. Έτσι σκεπτόταν τον καιρό που την πολιορκούσε. Και τώρα που την είχε γνωρίσει από κοντά και του άρεσε το εσωτερικό της, είχε έρθει η στιγμή να της προτείνει γάμο. Δεν θα μπορούσε να είχε επιθυμήσει τίποτα καλύτερο, πρόσθεσε. Ωστόσο, η πρότασή του χτύπησε σε αρνητικό έδαφος μέσα στη Θ., αφού το είναι της απέκρουε το γάμο και μια βιολογική ζωή δεμένη σε παιδιά και σε νοικοκυριό. Άρχισε να ασφυκτιά. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η έντιμη στάση του απέναντί της θα την έβρισκε αρνητική. Η Θ. του μίλησε για τις υπαρξιακές ανησυχίες της, για την έρευνά της και για το ότι δεν έβρισκε νόημα στο παιχνίδι της γέννησης και του θανάτου. Ό,τι μέσα της ζητούσε να σπάσει αυτό το κύκλωμα, δεν την άφηνε να καθηλωθεί σ’ αυτό με το να γίνει μητέρα. Εκείνος σκυθρώπιασε. Δήλωσε ότι δεν μπορούσε να την καταλάβει.

«Η ζωή είναι απλή,» της είπε. «Και οι νόμοι της φανεροί. Οι άνθρωποι γεννιούνται για να παντρεύονται και να διαιωνίζουν το είδος τους. Όλα τα άλλα είναι νοσηρές παρεκτροπές.»

Η Θ. διαπίστωσε με δέος ότι ο Σ. δεν είχε ποτέ του προβληματιστεί επάνω στο θέμα θάνατος, κι ας ήταν γιατρός. Η άσκοπη επανάληψη των γεννήσεων και των θανάτων του φαινόταν φυσική, ενώ το δικό της είναι βασανιζόταν από αγωνιώδεις συσπάσεις, από μιαν αμείλικτη τάση που δεν μπορούσε να δεχτεί τη φαυλότητα αυτού του κύκλου. Τότε, κάτι άστραψε μέσα της καθώς διαπίστωσε ότι ένα βαθύ χάσμα τη χώριζε απ’ αυτόν. Ένα χάσμα αγεφύρωτο. Σαν να ανήκαν σε άλλη ράτσα, σε άλλη κάστα. Κι όμως, η αγάπη φώλιαζε ατόφια στο στέρνο της, όπως και στο δικό του. Ήταν ένα μαζί του στην περιοχή της αγάπης, αλλά χωριστή απ’ αυτόν στην περιοχή του ερευνητικού, του υπαρξιακού (ή του φιλοσοφικού) στοχασμού, που ήταν ο άξονας της δικής του ζωής. Διαπίστωσε ότι ο Σ. ήταν ολιγαρκής. Αν έβρισκε την αγάπη, όπως την είχε βρει στη Θ., δεν ήθελε τίποτα περισσότερο για να προχωρήσει στην ανέγερση του βιολογικού οικοδομήματος της ζωής του. Γι’ αυτόν, η αγάπη ήταν το θεμέλιο που απάνω του θα έστηνε το ενδιαίτημα του κυκλώματος γέννηση-θάνατος. Και μόνον η ιδέα της οικογένειας, της αναπαραγωγής, του έδινε φτερά. Αν κάποιος του στερούσε αυτή την προσδοκία, θα ένιωθε λειψός, στερημένος, χωρίς νόημα. Όσο η Θ. έκανε τις διαπιστώσεις της, τόσο βυθιζόταν σ’ ένα είδος ανάλαφρου δέους. Για κείνην, η αγάπη ήταν η αφετηρία για πιο έντονη και βαθειά αναζήτηση μιας διεξόδου από τον ασφυκτικό κλοιό γέννηση-θάνατος. Ήταν λοιπόν φανερό ότι τραβούσαν διαφορετικούς δρόμους.

Ένα βράδυ, πνιγμένη στους λυγμούς, του ζήτησε να χωρίσουν, όσο κι αν τον αγαπούσε. Εκείνος την κοίταξε με πετρωμένο βλέμμα.

«Σοβαρά, ζητάς να χωρίσουμε για αυτό το λόγο;» τη ρώτησε μη θέλοντας να πιστέψει στ’ αυτιά του.

«Ναι, δεν βλέπεις ότι μας χωρίζει άβυσσος;»

«Πού τη βλέπεις την άβυσσο, ήθελα ναξερα. Πες μου, υπάρχει ή δεν υπάρχει αγάπη ανάμεσά μας;;»

«Υπάρχει, Σ., και το ξέρεις πολύ καλά. Αλλά συ δεν έχεις τις δικές μου ανησυχίες.»

«Οι δικές σου ‘ανησυχίες’ δεν έχουν υπόσταση. Φταίνε τα βιβλία που διαβάζεις. Αυτά σου φύτεψαν τέτοιες ιδέες. Μα το Θεό, έτσι μου ρχεται να ρθω μια μέρα σπίτι σου, να τα φορτώσω σ’ ένα καμιόνι και να πάω να τα πετάξω στη θάλασσα!» ξεστόμισε ο Σ. με φανερή αγανάκτηση.

Η Θ. έμεινε για λίγο άναυδη και ύστερα αναλύθηκε σε περισσότερους λυγμούς, καθώς διαπίστωνε πόσο ξένος ήταν ο Σ. σ’ ό,τι ήταν ο πύρινος άξονας της δικής της ζωής.

«Τα όσα είπες, Σ., δείχνουν πεντακάθαρα ότι δεν συναντιόμαστε πουθενά. Εσύ βλέπεις δανεικές ιδέες μέσα μου, ενώ η αλήθεια είναι ότι γεννήθηκα με ανησυχίες και ότι πασχίζω να βρω μιαν απάντηση μέσα από τα βιβλία».

«Και τη βρήκες;» ρώτησε με ελαφρά ειρωνεία ο Σ.

«Ομολογώ ότι δεν τη βρήκα,» έκανε η Θ.

«Βλέπεις; Πώς ήταν δυνατό να τη βρεις αφού λύση δεν υπάρχει. Έτσι βρισκόμαστε στη ζωή και έτσι πρέπει να τη ζούμε, απλά, χωρίς να ζητάμε να βρούμε άκρη. Αυτό κάνει όλος ο κόσμος. Όλα τα άλλα είναι παρά φύσιν,» κατέληξε με ακλόνητη βεβαιότητα.

Η κατακλείδα του προκάλεσε νέους λυγμούς στη Θ. Το είναι της λάκτιζε τα λεγόμενά του, ωθώντας την στον χωρισμό.

«Κάθε σου λέξη, Σ., μεγαλώνει το χάσμα που μας χωρίζει. Είμαστε διαμετρικά διαφορετικοί. Πες με παρά φύσιν, το δέχομαι. Το γεγονός, όμως, παραμένει ότι αυτές ακριβώς οι παρά φύσιν τάσεις μου δεν μ’ αφήνουν να μπω στο βιολογικό κύκλωμα. Έκανες λάθος εκλογή. Δεν κάνω για γυναίκα σου ούτε για μητέρα των παιδιών σου.»

Ο Σ. την παρακολουθούσε με φλόγα στα μάτια, αλλά με χείλη σφιγμένα από πίκα.

«Και αποφάσισες στα σοβαρά να χωρίσουμε;»

«Ναι, Σ., όσο κι αν μου στοιχίζει αυτό.»

«Αφού σου στοιχίζει, γιατί το κάνεις;»

«Σου εξήγησα Σ., μη με αναγκάζεις να ξαναλέω τα ίδια.»

«Πολύ καλά, λοιπόν,» είπε τώρα κοφτά και θυμωμένα ο Σ. «Αφού επιμένεις τόσο, να χωρίσουμε. Εύχομαι μόνο να μη μετανιώσεις.»

Έτσι χώρισαν. Όσο κι αν η Θ. σπάραζε που δεν θα τον ξαναβλεπε, ένιωθε ταυτόχρονα και ένα είδος δικαίωσης, σαν να είχε πράξει σωστά.

Την άλλη μέρα συνάντησε την παιδική της φίλη τη Ρ. και λίγες μέρες αργότερα άλλες, μεταγενέστερες φίλες της. Τους είπε τα διατρέξαντα και δέχτηκε σωστό καταιγισμό από κατηγορίες. Και τι δεν άκουσε! Καμμιά δεν της έδωσε δίκαιο. Όλες της επανέλαβαν τα επιχειρήματα του Σ. Ούτε λίγο ούτε πολύ, επέμεναν ότι είχε βγει από τη φυσική τάξη των πραγμάτων. Άσε που όλες τους τη χαρακτήρισαν ανόητη επειδή είχε κλωτσήσει τέτοια τύχη, τέτοιον σπάνιο άνθρωπο. Έπειτα δεν ήξερε το συμφέρον της. Και το συμφέρον της γυναίκας είναι ο γάμος.

«Μα αν τον παντρευόμουν, σύντομα θα χώριζα, δεν θα άντεχα,» διαμαρτυρήθηκε η Θ.

«Ας τον χώριζες,» είπαν όλες μαζί. «Θα είχες πάρει στο μεταξύ τον τίτλο της κυρίας.»

Η Θ. έφριξε.

«Μου λέτε, με άλλα λόγια, να τον ξεγελάσω για να αποκτήσω τον τίτλο της κυρίας;» ξεστόμισε.

«Εσύ παιδί μου κάνεις σαν να έχεις έρθει από άλλον πλανήτη. Δεν ξέρεις το συμφέρον σου.»

Η Θ. τις άφησε και έπεσε σε βαθειά περισυλλογή. Είχε αρχίσει να αμφιβάλει για την ορθότητα της στάσης της. Όλος ο κόσμος, και ο ίδιος ο Σ., της δήλωναν κατηγορηματικά ότι η ζωή δεν ήταν έτσι όπως νόμιζε εκείνη, ότι είχε άλλους νόμους, άλλες απαιτήσεις από τους ανθρώπους. Οι ιδέες της, οι ανησυχίες της, δεν στηρίζονταν στην απτή, βιολογική πραγματικότητα. Ήταν νοητικές κατασκευές και σαν τέτοιες έρχονταν σε αντίθεση με τη ζωή.

Η φίλη της η Ρ. επέμενε ότι η στάση της Θ. απέναντι σε έναν τέτοιον εξαίρετο άνθρωπο, που την αγαπούσε, που την είχε τιμήσει με την έντιμη πρότασή του για γάμο, ήταν ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να γίνει. Ήταν και η Ρ. σίγουρη ότι οι ιδέες της Θ. ήταν εμβόλιμες και ότι ήταν ανάγκη να τις ξεριζώσει. Το σωστό για τη γυναίκα ο νόμος της φύσης της, κατέληξε, ήταν ο γάμος και τα παιδιά. Η Θ. έπρεπε να πιέσει τον εαυτό της να παντρευτεί τον Σ. κι ας τον χώριζε μετά.

«Εύκολους τους έχεις τους γάμους;» τόνισε. «Στην κοινωνία που ζούμε, η ανύπαντρη γυναίκα είναι περιφρονημένη. Τη λένε γεροντοκόρη, ανέραστη, ανίκανη να ελκύσει τους άντρες. Εσύ -όπως κι εγώ- δεν έχεις προίκα. Επομένως, ο γάμος είναι πολύ δύσκολη υπόθεση. Και συ βρήκες στη ζωή σου τέτοιο θησαυρό στο πρόσωπο του Σ. και κάνεις τη δύσκολη; Θα πρέπει, σίγουρα, να τρελάθηκες», κατέληξε η Ρ., όχι χωρίς κάποια χροιά αγανάκτησης στη φωνή.

Βαλλόμενη από παντού η Θ., ήταν πρόθυμη να βρει λάθος στον εαυτό της, στην τάση που δεν την άφηνε να φερθεί «φυσιολογικά.» Επιχείρησε να πιέσει τον εαυτό της, να διώξει την άρνησή της στο βιολογικό κύκλωμα, να πάει να βρει τον Σ. και να του πει ότι δεχόταν την πρότασή του. Στάθηκε αδύνατο. Όσο περισσότερο πίεζε τον εαυτό της να πράξει σύμφωνα με το «σωστό» τόσο θέριευε μέσα της άρνηση ώσπου έγινε τελικά καθολική. Η Θ. άρχισε να αναρωτιέται αν αυτό που τη συμβούλευαν να κάνει οι φίλες της ήταν σύμφωνο με την ηθική συνείδηση. Αν είχε καταλάβει σωστά, ήταν σύμφωνο με τη δική τους ηθική συνείδηση, αλλά όχι με τη δική της. Απόρησε.

«Ώστε υπάρχουν διαφορές από ηθική συνείδηση σε ηθική συνείδηση; Τότε, ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει να βρίσκεται σε αρμονία με την ηθική του συνείδηση. Αλλά ας δω τι σόι πράγμα είναι η ηθική συνείδηση που φωλιάζει σε μένα. Γιατί έφριξε ακούγοντας τη Ρ. και τις άλλες να με συμβουλεύουν να χρησιμοποιήσω τον Σ. για να αποκτήσω τον τίτλο της κυρίας κι ύστερα να τον χωρίσω, αφού δεν μου κάνει η ζωή του γάμου; Γιατί, άραγε, δεν τις τρομάζει η ιδέα του ξεγελάσματος και της χρησιμοποίησης του άλλου, ενός άντρα, και για τον ιδιοτελέστατο σκοπό της εξυπηρέτησης της γυναίκας; Τις κοίταζα, καθώς μου αράδιαζαν τα επιχειρήματά τους, και είδα πως πίστευαν ακλόνητα στο δίκιο τους, στο δίκιο της γυναίκας, της κοινωνικά αδικημένης, βασικά από τον άντρα, που για αυτό είχε κάθε δικαίωμα να ξεγελάσει τον δυνάστη της για να επιζήσει σε μιαν αντροκρατούμενη κοινωνία. Δεν μπορώ να μπω μέσα τους, όσο κι αν πιάνω τον ειρμό της σκέψης τους. Και ο άξονας αυτής της σκέψης είναι το είδος, το γένος, ο άντρας, η γυναίκα. Δεν είναι το άτομο, το συγκεκριμένο πρόσωπο, ο άνθρωπος πίσω από τον κάθε άντρα, την κάθε γυναίκα. Για μένα, ο άντρας δεν είναι δυνάστης, επειδή δεν βλέπω τους άντρες συλλογικά, σαν γένος, σαν κάστα. Απ’ αυτούς σχετίζομαι μόνο μ’ εκείνους που με δονούν. Και για να με δονήσουν θα πει πως κάτι το κοινό μας ενώνει. Επομένως, πού είναι ο άντρας και πού η γυναίκα. Τα χωριστά τείχη καταλύονται. Πώς είναι δυνατό να δω τον Σ. απλώς σαν άντρα και όχι σαν Σ; Και πώς είναι δυνατό να δω τον εαυτό μου σαν γυναίκα, όταν μέσα μου σφαδάζει και χτυπιέται κάτι που δεν υπολογίζει τη συλλογική γυναικεία φύση, με τις βιολογικές τάσεις της; Από τότε που άρχισα να καταλαβαίνω τον εαυτό μου, αντιμετωπίζω το παράδοξο ότι ένα γυναικείο σώμα στεγάζει μη γυναικείες τάσεις. Να ‘ταν τουλάχιστον αντρικές, θα ζούσα στην περιοχή του γνωστού. Αμ’ δεν είναι ούτε αντρικές. Παράδειγμα ο Σ. και η παρέα του. Κανένας τους δεν έχει τις τάσεις που αναδεύονται μέσα μου και προβάλλουν το βέτο τους όταν βρεθώ στα στενά, όπως έγινε με την πρόταση γάμου του Σ. Ξέρω ότι έτσι όπως πάω θα μείνω στο ράφι, όπως λένε, μόνη κι έρημη στα γεράματά μου, χωρίς παιδιά να με κοιτάξουν, να με γεροκομήσουν. Το τέλος μου διαγράφεται ζοφερό και άθλιο. Κι όμως, δεν διακρίνω τίποτα μέσα μου που να τείνει να καλύψει αυτή την τόσο φυσική ανάγκη για αποκούμπι. Αντίθετα, ολόκληρο το είναι μου ξεσηκώνεται ενάντια στη Ρ. και τις άλλες που βλέπουν τον άντρα σαν μέσο για κοινωνική αποκατάσταση. όχι, όχι, χίλιες φορές να πεθάνω ζητιανούλα γριούλα στους δρόμους, παρά να χρησιμοποιήσω κάποιον άλλον για δικό μου βόλεμα!» σκέφτηκε η Θ. με ιδιαίτερη αγανάκτηση.

«Νομίζω ότι οι φίλες μου είναι εσωτερικά ανώριμες, για αυτό σκέπτονται τον εαυτούλη τους. Το θέμα, όμως είναι, έχουν ή δεν έχουν ηθική συνείδηση;»

Απάντηση δεν μπόρεσε να δώσει.