Τη νύχτα είδε ένα παράξενο όνειρο. Πέρασε, λέει, μέσα από μια σκοτεινή σήραγγα, ύστερα από ένα μέρος με έντονες φωτοσκιάσεις και τελικά βγήκε σε μιαν ολόφωτη περιοχή. Στο βάθος διέκρινε τις απαλές καμπυλότητες μιας γλαυκίζουσας οροσειράς. Το πεδίο που ανοιγόταν μπροστά του μετάγγισε την εντύπωση ότι βρισκόταν στα Ηλύσια Πεδία, στη Χώρα των Μακάρων. Ήλιος δεν φαινόταν πουθενά, ωστόσο ο χώρος καταυγαζόταν από ένα απαλό λευκό φως, που δεν θύμιζε το γνωστό φως του ήλιου μας. Τα λιγερόκορμα δέντρα στο βάθος είχαν δανδελωτή υφή και έμοιαζαν σαν να φιλούσαν τον φωτόλευκο ουρανό. Πρόσεξε καλύτερα και διαπίστωσε ότι μέσα του μεταγγιζόταν, αδιόρατα, η αίσθηση των αλκυωνίδων ημερών. Ένιωσε να εξαγνίζεται, να αποκτά κι αυτός τη φωτεινή λευκότητα του χώρου.
Σε λίγο βρέθηκε καταμέτωπο με μιαν αντρική μορφή, ντυμένη με λευκό μανδύα. Η απαλή, καστανή του κόμη άφηνε γυμνό το ψηλό του μέτωπο ενώ η πλούσια γενειάδα του έπεφτε σε κυματισμούς στο λευκό του ρούχο. Τα μάτια του είχαν το σοβαρό και συνάμα αβρό βάθος της Πνευματικής Σοφίας. Του έδωσαν την εντύπωση μιας αστείρευτης Πηγής. Κάτι σκίρτησε μέσα του καθώς σκέφτηκε ότι ίσως τώρα να του αποκαλυπτόταν το μυστικό που αναζητούσε.
Η αντρική μορφή, αν και γύρω στα τριάντα, έδινε την εντύπωση ενός «Γέροντα». Τουλάχιστον έτσι τον είδε ο Θεόφιλος.
Ο «Γέροντας» στάθηκε εμπρός του και βύθισε το καθάριο του βλέμματός του στον βυθό των οφθαλμών του Θεόφιλου. Από κει άρχισε να κατέρχεται στον μυχό του, σαν από αόρατη κλίμακα. Η κάθοδός του μέσα του έμοιαζε με αθόρυβο καταρράκτη από λευκό φως. Ποτέ άλλοτε ο Θεόφιλος δεν είχε νιώσει έτσι. Το είναι του είχε διασταλεί, γεμίζοντας από το ίδιο φως που πλήρωνε τον εξωτερικό χώρο. Είχε γίνει ένα ευρύ Ηλύσιο Πεδίο, μιαν αλκυωνική Χώρα των μακάρων.
Τον άφησε να του μιλά μέσα του χωρίς φωνητικούς φθόγγους, ενώ η μορφή του κρατούσε τα χείλη του σφαλιστά. Η «ομιλία» γινόταν με το βλέμμα. Ο Θεόφιλος ήξερε ότι αν ο «Γέροντας» τραβούσε το βλέμμα του από το δικό του, το φως θα έφευγε από μέσα του, τα Ηλύσια Πεδία θα γίνονταν πάλι εξωτερικά και το είναι του θα στένευε στις γνωστές του διαστάσεις. Ένιωσε μια λευκή φλόγα να πυρπολεί το στέρνο του, στο μέρος της καρδιάς. Σαν να είχε ανοίξει μέσα του μια γλυκειά λαβωματιά Αγάπης.
Τι παράξενη που ήταν η αίσθηση ότι περιείχε τον «Γέροντα» μέσα του! Ήταν σαν να είχε φθάσει στο απόγειο της ζωής του στο Πλήρωμα. Καμμιά αίσθηση έλλειψης στέρησης, κενού δεν τον βασάνιζαν πια!
Η άφθογγη φωνή της αντρικής μορφής μίλησε άλαλα μέσα του και είπε:
«Στην αρχή ήταν το Φως. Το άκτιστο Φως. Με το Ον του Φωτός στο κέντρο του περιστοιχιζόμενο από όντα ελάσσονος φωτεινότητας. Όταν κάποιο απ’ αυτά θέλησε να αποχωρήσει, το ρήγμα από το Φως, το βύθισε στο Σκότος. Έτσι δημιουργήθηκε το Σκοτάδι. Το Σκοτάδι λησμόνησε το Φως. Πίστεψε ότι μόνο αυτό υπήρχε. Η απόσταση του από το Φως, η στέρηση της Πηγής της Ζωής, το βύθισε στον Θάνατο. Έτσι έγινε ο εκπρόσωπος και η αρχή του Θανάτου. Το Υπέρτατο Φωτεινό Ον πόνεσε βαθειά για τον χαμό ενός Υιού Του. Έσχισε ένα μέρος από την καρδιά Του και το ‘στειλε ξωπίσω από τον γιο του Σκότους. Το κομμάτι αυτό της Θεϊκής Αγάπης σκάλωσε στον κορμό του θανάτου, κι από τότε δεν τον άφησε. Σε κάθε πράξη θανάτου η Αγάπη αντιτάσσει μια πράξη Ζωής και διάρκειας. Το υπέρτατο Ον του Φωτός έριξε μια κλίμακα από το αψηλό του Δώμα, την κλίμακα της Ορατής Δημιουργίας, που την κατέβηκε η Σκοτία αγκαλιαστά με την Αγάπη. Για αυτό ο Κόσμος είναι διττός. Φτιαγμένος από Φως κι από Σκοτάδι, από Ζωή κι από Θάνατο, από δημιουργία και καταστροφή. Ό,τι καταστρέφει η μία αρχή, το αναδημιουργεί η άλλη, ό,τι δημιουργεί η μία, το καταστρέφει η άλλη. Καθώς κατρακυλούσαν σφιχταγκαλιασμένοι, όλο και πιο πυκνά στρώματα Δημιουργίας έρχονταν στην ύπαρξη, ώσπου η πύκνωση έφτασε κάποτε στο ακραίο της σημείο. Η βαρύτητα του Υιού του Σκότους και της Απώλειας είχε εξαντλήσει το δυναμικό της, δεν μπορούσε να κατρακυλίσει μακρύτερα. Σχημάτισε έτσι μια νησίδα ή έναν πόλο από πυκνή, σκοτεινή, άγονη ύλη σε ακραία ανταποδοτικότητα προς την Πηγή του Φωτός.»
«Ώστε η Ύλη είναι δευτερογενής,» συλλογίστηκε ο Θεόφιλος.
Μέσα του ένιωσε τον «Γέροντα» να καταφάσκει άφθογγα.

«Η καθοδική τάση είχε εξαντληθεί. Τότε άρχισε η θετική δράση της Αγάπης, δηλ. η άνοδος ή καλύτερα η επάνοδος. Στήθηκε άλλη μια κλίμακα, η κλίμακα της Ανόδου, που τα κάτω της σκαλοπάτια συνιστούν τα ορατά βασίλεια της Γης. Η κλίμακα δεν σταματά στο δημιούργημα άνθρωπος, όπως σφαλερά δείχνουν τα φαινόμενα. Μέσα στον άνθρωπο στήθηκε μια αόρατη κλίμακα που οδηγεί στο αρχικό Βασίλειο του Φωτός.»
Ο Θεόφιλος ένιωθε τα άφωνα λόγια να σταλάζουν μέσα του διαστολή, θάμβος και ευφροσύνη.
«Μέσα του ο άνθρωπος κλείνει το Φως και το Σκοτάδι. Αυτά τα δύο συστατικά συνιστούν τη λεγόμενη ψυχή του. Αν ο άνθρωπος εκλέξει το Φως, τη Θεϊκή Αγάπη, τη Ζωή, τότε κερδίζει σε φωτεινότητα, πτητικότητα, ανοδικότητα. Και, κρατώντας αγκαλιαστά το σκοτεινό του κομμάτι, αρχίζει να το ανεβάζει προς το Βασίλειο του Φωτός. Όσο πιο ψηλά το ανεβάζει, τόσο εκείνο αποβάλλει τη σκοτεινή και καταστρεπτική του όψη και μεταβάλλεται σε Φως, σε Ζωή.»
Ο Θεόφιλος θυμήθηκε, σαν σε αστραπή, τα όσα είχε ακούσει για την απορρόφηση των κάτω τριγώνων από το επάνω και για τον μετασχηματισμό των ενεργειών. Του έμενε, ωστόσο μια απορία γύρω από το θέμα σεξ και σπέρμα. Τι θέση είχαν άραγε αυτά σε μια τόσο μεγαλειώδη σύλληψη; Δεν αμφέβαλε ότι η αντρική μορφή είχε πιάσει την απορία του. Όπως κι έγινε.
«Η Σκοτία και το Φως, ο Θάνατος και η Ζωή, κληροδοτούν στα πλάσματα τις δικές του ιδιότητες το καθένα. Η Σκοτία κληροδοτεί τη φθορά και το θάνατο της σάρκας, το Φως, τη Ζωή ή καλύτερα τη διαιώνισή της.»
Ο Θεόφιλος ένιωσε να φωτίζεται. Ο «Γέροντας» σίγουρα εννοούσε το σπέρμα.
«Ώστε το σπέρμα είναι σπορά Ζωής από την Πηγή της Ζωής,» είπε νοερά, ξέροντας ότι ο «Γέροντας» θα άκουγε τον συλλογισμό του. Όπως και έγινε. Ο «Γέροντας» συγκατένευσε.
«Μα τότε,» συνέχισε να συλλογίζεται ο Θεόφιλος με απορία, «γιατί οι άνθρωποι περιβάλλουν το σπέρμα και την πράξη με τόσες ασχήμιες;»
«Είναι απλό,» εξήγησε ο «Γέροντας» «αν σκεφτεί κανείς ότι ο Θάνατος προσπαθεί να καταστρέψει ό,τι σπέρνει η Ζωή και αντίστροφα.»
«Δηλαδή;» άκουσε ο Θεόφιλος τον εαυτό του να ρωτά.
«Ο Θάνατος δεν θέλει τη διαιώνιση της Ζωής στον πλανήτη. Γι’ αυτό τύλιξε τη γενεσιουργό και ζωηφόρο πράξη με τον πέπλο της Ηδονής. Με τη μεγάλη δύναμη υποβολής που διαθέτει, σφυρίζει στο αυτί των ανθρώπων ότι το σεξ δημιουργήθηκε για να δίνει ηδονή, για να κάνει τον άνθρωπο να ξεχνά τη θνητή του μοίρα. Του προσφέρει ένα υποκατάστατο Παράδεισου κι έτσι τον οδηγεί σίγουρα στον Θάνατο. Αν όλοι οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν το σπέρμα για Ηδονή, δεν θα διαιωνιζόταν η Ζωή στον πλανήτη.»
Ο Θεόφιλος ένιωσε θάμβος στην αποκάλυψη ότι το σπέρμα είχε θεϊκή προέλευση, ότι προοριζόταν για αντίδοτο στον θάνατο. Ωστόσο το παιχνίδι Ζωή-Θάνατος του φάνηκε αδιέξοδο. Μια άσκοπη διελκυστίνδα, μια ισοπαλία. Αν και οι δύο αντίπαλοι ήταν το ίδιο ισχυροί, τότε μια θα κέρδιζε ο ένας, μια ο άλλος, χωρίς ποτέ να τελειώνει αυτό το παιχνίδι. Τον κατέλαβε ένα αίσθημα ασφυξίας. Ο «Γέροντας» συνέχισε:
«Ναι, η ισοπαλία οδηγεί σε ασφυκτικό αδιέξοδο, αν δει κανείς τα πράγματα στη φαινομενική τους όψη. Πίσω όμως από τα φαινόμενα υπάρχει μια μυστική πτυχή που σπάει το αδιέξοδο γέννηση-θάνατος.»
«Και ποια είναι αυτή;» ρώτησε με λαχτάρα ο Θεόφιλος.
«Το πολυδιάστατο της Ζωής,» έκανε ο «Γέροντας» αφήνοντας ακόμα πιο απορημένο τον Θεόφιλο. Σε λίγο συνέχισε.
«Το σπέρμα, ή η σεξουαλική ενέργεια που το διαπερνά, έχει πτητικές ιδιότητες. Μ’ άλλα λόγια, φτερά. Αν ο άνθρωπος δεν τη χρησιμοποιήσει για να διατηρήσει τη σαρκική ζωή στη γη, μπορεί να τη χρησιμοποιήσει για να ανεβεί τη μυστική, αόρατη κλίμακα μέσα του, την κλίμακα που οδηγεί από τον πόλο του Θανάτου, στην αρχική Πηγή της Ζωής. Γι’ αυτό, όσοι εμφορούνται από το πνεύμα της Ζωής, όσοι αρνούνται να πεθάνουν ψυχικά μαζί με το σώμα τους, εσωστρέφουν τη σεξουαλική τους ενέργεια στέλνοντάς την κατακόρυφα προς τα επάνω.»
Ο Θεόφιλος άρχισε να κατανοεί.
«Ενώ η διαιώνιση της σαρκικής ζωής είναι μια οριζόντια κίνηση που συμπλέκεται ή εναλλάσσεται με την επίσης οριζόντια κίνηση του Θανάτου,» κατέληξε. Ο «Γέροντας» συμφώνησε.
«Βλέπεις, τώρα, πως η Σκοτία προσπαθεί με κάθε τρόπο να εμποδίσει τον άνθρωπο να κερδίσει ψυχικά τη Ζωή, αποκαθιστώντας μ’ αυτό τον τρόπο και την Σκοτία στην αρχική της φωτεινή κατάσταση.»
«Μα αυτό είναι φοβερό,» ξεστόμισε έκθαμβος ο Θεόφιλος. «Μας έχει δοθεί από ψηλά ένα θείο, ένα ζωηφόρο δώρο. Κλείνουμε μέσα μας τη δυνατότητα της δημιουργίας Ζωής και της αθανασίας της ψυχής κι εμείς είμαστε δοσμένοι σε πορνικές φαντασιώσεις για πεϊκή ηδονή.»
Ένιωσε μια φρικίαση να διατρέχει το σώμα του.
«Αν ξέραμε ότι αυτό είναι ένα δώρο Αγάπης από το Θείο, ένα κομμάτι από την καρδιά Του, θα έπρεπε να το προσκυνούσαμε με δέος, να το χρησιμοποιούσαμε με άκρατο σεβασμό, δεν θα ξοδεύαμε άσκοπα ούτε μια σταγόνα, αφού είναι πιο πολύτιμο και από το αίμα. Ποιος άτιμος υποβολέας μας φύτεψε την ιδέα της Ηδονής; Ποιος;»
Η αγάπη, στο καθάριο βλέμμα του συνομιλητή του, είχε πληθύνει τόσο που το στέρνο του Θεόφιλου κινδύνευε να διαρραγεί. Δεν ήταν ακόμα έτοιμος να Τον δεχτεί ολόκληρο μέσα του, να συμβιώσει μαζί Του. Ταυτόχρονα ήξερε, με μια μυστική γνώση, ότι η ζωή του είχε σφραγιστεί απ’ Αυτόν, ότι ενδόμυχα Του ανήκε, ότι είχε γεννηθεί γι’ Αυτόν, ότι μια μέρα θα γύριζε σ’ Αυτόν για να ενωθεί μαζί Του στον αιώνα.
Ο «Γέροντας» τώρα πρόφερε μια κρυπτική φράση.
«Η ανοδική πορεία περνά πρώτα μέσα από τη «μητέρα,» ύστερα μέσα από τον «πατέρα,» καταλήγει στο «παιδί,» και, σαν «παιδί» πια ο άνθρωπος μπορεί να εισέλθει στην περιοχή των αγγέλων που είναι η Βασιλεία των Ουρανών».
Τώρα αρχίζουν να αποκτούν νόημα τα λόγια του Χριστού ότι αν δεν γίνει κανείς σαν παιδί δεν μπορεί να εισέλθει στη Βασιλεία των Ουρανών.
Ο Θεόφιλος ένιωθε τώρα αρκετά φωτισμένος. Το είναι του όμως δεν είχε περισσότερη χωρητικότητα για την ώρα. Σημάδι ότι έπρεπε να εργαστεί πολύ για να την αποκτήσει. Η αίσθηση των Ηλυσίων Πεδίων άρχισε να αποδυναμώνεται, η αντρική μορφή να χάνει το ξεκάθαρο περίγραμμά της, το φως να γίνεται γλαυκό, οι γραμμές των βουνών να διαλύονται στον ορίζοντα, το είναι του να χάνει τη διαστολή του. Όταν άνοιξε τα μάτια, το φως του ήλιου, που είχε γλιστρήσει στο κρεβάτι του, του φάνηκε ευτελές, σαν μουντή ανταύγεια ορείχαλκου.
«Γύρισα στον κόσμο της φθοράς» συλλογίστηκε, καθώς έτριβε τα μάτια του.
