
Τα λόγια του Διαβόλου ηχούν πολύ ειλικρινή επειδή ομολογούν τη μειονεκτικότητά του, τον φόβο και τον τρόμο του και τη μεγάλη εξάρτηση από τους ανθρώπους. Κι όμως, περικλείουν τόσο ψέμα και τόση διαστροφή μέσα στην απόγνωσή τους! Για να γίνει όμως φανερό αυτό το ψέμα, θα πρέπει να επαναλάβουμε ορισμένα πράγματα από εκείνα που είπαμε πρωτύτερα.
Στη γη επάνω υπάρχει χώμα, υπάρχουν φυτά, υπάρχουν ζώα, υπάρχουν και πολλοί, πάρα πολλοί άνθρωποι με υλιστική τοποθέτηση που είναι πιόνια στα χέρια των διαβόλων. Μ’ άλλα λόγια, οι διάβολοι έχουν άφθονο υλικό στη διάθεσή τους για να κολλήσουν επάνω του και να ξεχάσουν τον φόβο του κενού. Ωστόσο, απ’ ό,τι θα φανεί στην εξέλιξη της ιστορίας, συγκεντρώνουν την προσοχή τους στους λίγους εκείνους που επιμένουν να «χάνονται» στις περιοχές του άλλου κόσμου και αφήνουν ανενόχλητους τους «δικούς τους» ανθρώπους. Δεν θα ξεχνούσαν στην εντέλεια τον φόβο του κενού τους κοντά στους υποτελείς τους, αντί να πλευρίζουν τους άλλους; Κάτι κρύβει εδώ ο Διάβολος, κάτι που δεν θέλει να το φανερώσει, αλλά που παρ’ όλα αυτά μας άφησε να το συμπεράνουμε από διάφορες άστοχες εκφράσεις του.
Δεν άργησε να αναφερθεί σε δύο παράξενα αποσπάσματα από τη Γένεση που, πραγματικά, βάζουν σε σκέψεις τον υποψιασμένο ερευνητή:
«Και είπεν ο Θεός. Ας κάμωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημών, καθ’ ομοίωσιν ημών, και ας εξουσιάζει επί των ιχθύων της θαλάσσης και επί των πετεινών του ουρανού και επί των κτηνών και επί πάσης της γης και επί παντός ερπετού, έρποντος επί της γης. Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον κατ’ εικόνα εαυτού, κατ’ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς, και ευλόγησεν αυτούς ο Θεός, και είπεν προς αυτούς ο Θεός: Αύξάνεσθε και πληθύνεσθε και γεμίσατε την γην και κυριεύσατε αυτήν και εξουσιάζετε επί των ιχθύων της θαλάσσης και επί των πετεινών του ουρανού και επί παντός ζώου κινουμένου επί της γης.» (Γένεσις Α: 26-28)
«Και έπλασε Κύριος ο Θεός τον άνθρωπο από χώματος εκ της γης, και ενεφύσησεν εις τους μυκτήρας αυτού πνοήν ζωής, και έγεινεν ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν. Και εφύτευσεν Κύριος ο Θεός Παράδεισον εν τη Εδέμ κατά ανατολάς και έθεσεν εκεί τον άνθρωπο τον οποίον έπλασε.» (Γένεσις Β: 7-8)
Εδώ παρατηρούμε τη δημιουργία δύο ξεχωριστών κατηγοριών ανθρώπινων όντων. Γιατί ξεχωριστών; Αυτό αποτελεί μέρος του Θείου Σχεδίου της κλιμάκωσης από την πυκνή ύλη μέχρι την έσχατη αραίωση. Εμείς θα περιοριστούμε στην επισήμανση των διαφορών ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο είδη ανθρώπινων όντων.
Στην πρώτη και προγενέστερη περίπτωση ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο «άρσεν και θήλυ.» Και τους έδωσε την εντολή να πολλαπλασιάζονται, να διαιωνίζουν το είδος τους. Επίσης τους έδωσε εξουσία επάνω σ’ όλα τα βασίλεια τα πιο κάτω απ’ αυτούς.
Αλλά τι σημαίνει «δι-αιωνίζω» το είδος μου; Το ρήμα περιέχει την έννοια «αιώνιος.» Αλλά αφού αναφέρεται στη σάρκα, που φέρνει μέσα της τον σπόρο του θανάτου, μήπως σημαίνει «διαιωνίζω τον θάνατο;» ή ό,τι προσπαθώ να αντιμετωπίσω την σαρκοφάγα δύναμή του με σαρκικά μέσα; Ο θάνατος, σε τελευταία ανάλυση, τρώει τη σάρκα και η σάρκα, γεμάτη αγωνία για τον βέβαιο χαμό της, «διαιωνίζει» τη θνητή της φύση. Εδώ παρατηρούμε την αγωνιώδη πάλη ανάμεσα στη γέννηση και τον θάνατο. Και αυτό το κυκλικό παιχνίδι σφραγίζει τη ζωή του ανθρώπου που δεν «διαισθάνεται» καμμιάν άλλη αθανασία και που γι’ αυτό δεν επιχειρεί να ξεφύγει από τον γνωστό φαύλο κύκλο. Μέσα του κυριαρχεί η βεβαιότητα της φθοράς και του θανάτου που προκαλεί την ανάγκη της αναπαραγωγής.
Τέτοιοι λοιπόν εμφανίζονται οι άνθρωποι της πρώτης κατηγορίας. Και τι παρατηρούμε στη δεύτερη κατηγορία;
Το πρώτο που παρατηρούμε είναι ότι ο Θεός έπλασε έναν άνθρωπο, όχι πολλούς, πράγμα που τονίζει την ποιότητα σε αντιδιαστολή με την ποσότητα. Ύστερα, ότι δεν είχε αρχικά ταίρι. Αργότερα, όταν ο Αδάμ απέκτησε σύντροφο, ο Θεός δεν τους παρήγγειλε, όπως στους άλλους, να δι-αιωνίσουν το είδος τους. Απ’ ό,τι γνωρίζουμε, οι Πρωτόπλαστοι ζούσαν μόνοι, χωρίς να πολλαπλασιάζονται, μέσα στον Παράδεισο, ενώ στις περιοχές τις έξω και κάτω από τον Παράδεισο, οι άλλοι άνθρωποι διαιώνιζαν το είδος τους.
Όλα αυτά ίσως θέλουν να δείξουν ότι όπου υπάρχει «ψυχή» δεν υπάρχει η ανάγκη της σαρκικής διαιώνισης. Γιατί άραγε; Μα είναι φανερό. Επειδή η ψυχή ζει στην περιοχή της αθανασίας και της αιωνιότητας και δεν έχει σημασία γι’ αυτή ο θάνατος της σάρκας.
Σχετικά με τα δύο είδη «αθανασίας» το ένα γνήσιο, το άλλο κίβδηλο, είναι και το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο της Έσθερ Χάρντινγκ «Τα Μυστήρια των Γυναικών»:
«Τα δύο μεγαλύτερα θαύματα της ζωής είναι δώρα της σελήνης. Αυτή δίνει τη γονιμότητα, δηλ. Την αναγέννηση με τη διαιώνιση και πέρα απ’ αυτή, θεωρείται επίσης δωρήτρια της ατομικής αθανασίας. Ο μύθος της Μαδαγασκάρης λέει ότι δίνεται στον άνθρωπο η ευκαιρία να διαλέξει ανάμεσα στην αθανασία και τη διαιώνιση. Ένα αρχαίο Ινδουϊστικό κείμενο φαίνεται να συμφωνεί μ’ αυτή την ιδέα. Λέει: «Γνωρίζοντάς το αυτό, οι παλιοί δεν ήθελαν να κάνουν παιδιά. Τι να τα κάνουμε τα παιδιά, είπαν, εμείς που έχουμε το Ταυτό και τον κόσμο του Βράχμαν. Το αγέννητο, εκείνο που δεν πεθαίνει, που είναι αθάνατο, και άφοβο, είναι πραγματικά ο Βράχμαν.»
Και ο Διάβολος προχωρεί στην ομολογία ότι η παρουσία των Πρωτοπλάστων τάραξε τον σατανικό κόσμο, μόνο και μονο επειδή ζούσαν στην άλλη διάσταση. Αλλά τι τους πείραζε αν ζούσαν απλώς μια φαντασίωση; Γιατί δεν την αγνοούσαν; Μήπως επειδή τους θύμιζε σε ποια περιοχή ζούσαν οι ίδιοι κάποτε, πριν πέσουν στην ύλη; Μήπως ήταν η ζωντανή υπόμνηση του παραπτώματός τους; Μήπως ζήλευαν επειδή ο Αδάμ και η Εύα είχαν ψυχές, ενώ αυτοί τις είχαν χάσει; Ήταν και το άλλο. Οι Πρωτόπλαστοι «έλεγαν ότι τίποτα δεν υπήρχε, ότι τα πάντα ήταν απλώς ένα όνειρο και ότι θα μπορούσε κανείς να ξυπνήσει και να ανακαλύψει ότι όλα είχαν διαλυθεί.»

Τότε, ο συνομιλητής του Διαβόλου ανακάλυψε ότι η βάση της διαβολικής φύσης ήταν ο φόβος. Εμείς προσθέτουμε: ο φόβος της εξαφάνισης της ύλης, της μόνης υπαρκτής πραγματικότητας για τους διαβόλους. Άρα, όσο κι αν ισχυρίζονται ότι αυτού του είδους οι άνθρωποι ζουν μέσα σε φαντασιώσεις, παραισθήσεις, ψευδαισθήσεις, η ύπαρξη του στοιχείου φόβος αποδεικνύει ότι φοβούνται το υπαρκτό και το πραγματικό, κάτι που μπορεί να διαλύσει και να εξαφανίσει τον δικό τους κόσμο. ΓΙ’ αυτό έχουν κηρύξει πόλεμο στον «άλλο κόσμο» των ανθρώπων. Παρ’ όλα αυτά, και πάλι δεν δικαιολογείται απόλυτα η ενασχόλησή τους μ’ αυτούς, αφού υπάρχει ο τρόπος να αγνοήσουν τόσο τους ίδιους όσο και τις μεταφυσικές τάσεις τους και να βρουν παρηγοριά στους άλλους.
Εδώ βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα μίσος που φαινομενικά μόνο έχει σχέση με τους ανθρώπους. Στην ουσία, όλα δείχνουν ότι έχει σχέση με την ίδια τη μεταφυσική διάσταση και σε τελευταία ανάλυση, με τον ίδιο τον Θεό. Επομένως, ο διαβολικός φόβος για το μεταφυσικό κενό είναι φόβος για τον ίδιο τον Θεό.
***
Και να ‘ταν μόνο αυτό; Ο Διάβολος τα ‘φερε έτσι τα πράγματα ώστε οι απόγονοι των Πρωτοπλάστων να ανακατευτούν με τους απογόνους των ζώων για να μην είναι πια εύκολο να διακρίνει κανείς την αρχική καταγωγή τους.
[…] «Υπήρχαν στιγμές όπου ακόμα κι εμείς δεν μπορούσαμε να διακρίνουμε τη διαφορά ανάμεσά τους. Για παράδειγμα, πολλοί από εμάς αγοράζουν ψυχές των απογόνων του Αδάμ για να ανακαλύψουν ότι δεν έχουν ψυχές. Αυτό γίνεται επειδή οι απόγονοι των ζώων προσποιούνται ότι είναι απόγονοι του Αδάμ και την πατάμε ακόμα κι εμείς.»
Εδώ βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την «αφελή» αποκάλυψη ενός τρομερού μυστικού. Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι ψυχή. Ενώ όλοι οι άνθρωποι έχουν ανθρώπινο σχήμα. Μ’ άλλα λόγια, δύο εντελώς διαφορετικές κατηγορίες όντων έχουν ανθρώπινο σχήμα.
