Η μη προσκόλληση

«Δεν γλίτωσα λοιπόν από τη θάλασσα» αναλογίστηκε η Θ. «Από τη μια θάλασσα, την υγρή, τη θηλυκή, πέρασα σε μιαν άλλη, φωτεινή, αντρική. Και πέρα από το φως, που είναι πάγιο, τουλάχιστον για την ώρα, δεν βλέπω να δημιουργείται τίποτα άλλο σταθερό. Πώς λοιπόν να αγαπήσω; Πώς να δημιουργηθεί δεσμός; Ο «έρωτας» δεν μπορεί πια να ρίξει ρίζες μέσα μου. Έχει γίνει κάτι το φευγαλέο, που μ’ αφήνει βασικά ανεξάρτητη. Ούτε ο «πόνος» μπορεί πια να ρίξει ρίζες μέσα μου, αν και ολόκληρο το είναι μου έχει τη δυνατότητα να ξεχυθεί, τόσο στον έρωτα όσο και στον πόνο, για ένα διάστημα, όσο διαρκεί η «ζωή» τους κι ύστερα να μείνει πάλι ελεύθερο, ξεκάθαρο, ξεπλυμένο, παρθενικό.

Χθες ήμουν γεμάτη από τον κ. Δεργιάδη, αλλά σήμερα είμαι ελεύθερη από την παρουσία του. Δεν μπορώ λοιπόν να υποσχεθώ αγάπη σε κανέναν αφού δεν μπορώ να εγγυηθώ τη διάρκεια και τη σταθερότητά της. Δεν βρίσκομαι αντιμέτωπη μ’ έναν σταθερό χαρακτήρα, αλλά με το παράξενο γεγονός της υπέρβασης του χαρακτήρα. Φαίνεται πως ξεπεράστηκαν ανεπανόρθωτα τα σύνορα του χαρακτήρα και του «έρωτα», με την έννοια ότι δεν μου είναι πια δυνατό να «αγαπώ» με το συνηθισμένο σταθερό, σίγουρο τρόπο, αφού η «αγάπη» ακολουθεί τη δική της αυτονομία, διαρκεί όσο εκείνη θέλει κι ύστερα αποσύρεται, χωρίς να αφήνει πίσω της θλίψη, πόνο, αίσθηση απώλειας. Το γεγονός είναι ότι δεν μπορώ να σταματήσω πουθενά. Το είναι μου είναι βασικά μοναχικό, ή καλύτερα είμαι συνώνυμη με την ίδια τη μοναχικότητα, την ανεξαρτησία, την ελευθερία. Καταστάσεις εισπλέουν ή εισρέουν μέσα μου για μια στιγμή, βρίσκουν ή δεν βρίσκουν ανταπόκριση και φεύγουν, αφήνοντάς με πάλι στην άπλετη ανεξαρτησία μου. Ξέρω ότι αν ενθαρρύνω τον κ. Δεργιάδη, θα κατεβεί στο συνηθισμένο επίπεδο του έρωτα και θα προσπαθήσει να ακινητοποιήσει σε σταθερότητα κάτι που όλο του το θέλγητρο βρίσκεται στην παροδικότητα. Θα θέλει να «παρατείνει» την αγάπη πέρα από τα φυσικά όρια της διάρκειάς της. Αλλά η πνοή της αγάπης θα έχει φύγει κι εγώ θα παλεύω να σπάσω τα δεσμά του. Δεν θέλω να με πάρει στα σοβαρά, με την έννοια μιας σταθερής μόνιμης σχέσης που να οδηγεί σε γάμο. Αρχίζω να συνειδητοποιώ ότι ο μόνος άντρας που θα μου έκανε είναι ένας άντρας πάνω-κάτω σαν εμένα, που να ζει την ίδια ρευστή κατάσταση με τη δική μου. Έτσι η αγάπη ποτέ δεν θα κινδύνευε να γίνει μια οδυνηρή υπόθεση γι’ αυτόν. Μόνο όταν βρίσκεται κανείς στην κατάσταση που βρίσκομαι εγώ τώρα, έχει τη δυνατότητα να αγαπήσει και να αφήσει την αγάπη να ανθίσει μόνη της σύμφωνα με τις δικές της παλίρροιες και αμπώτιδες. Μόνο μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα μοναχικότητας (όχι μοναξιάς) μπορεί να ανθίσει οποιοσδήποτε δεσμός. Αυτή η αίσθηση της βασικής μοναχικότητας, της ανεξαρτησίας και ελευθερίας, ίσως να μοιάζει με αδιαφορία και ψυχρότητα στην επιπόλαιη θεώρηση, ωστόσο είναι μια τεράστια θάλασσα, ένας τεράστιος σφαιρικός χώρος, που περιέχει όλα τα φαινόμενα, όλων των ειδών τις επαφές και τις ενώσεις. Περιστρεφόμενα αστέρια, διάττοντες, ηλεκτρικές τάσεις, ακτινοβολίες λογιών λογιών, ενώνονται για μια στιγμή και διαλύονται, για να ενωθούν, με άλλες τάσεις, με άλλες ακτινοβολίες και τα λοιπά.

Τα παραπάνω μου θυμίζουν κάπως απόμακρα το σχέδιο της δημιουργίας με τις απειράριθμες ενώσεις και συμμείξεις στα άπειρα σημεία των «κόμβων» ή «σταθμών». Τώρα ζω μέσα μου αυτό που μου είχε φανερωθεί σαν σε οθόνη τότε.

Burne-Jones
Sir Edward Coley Burne-Jones

Το βασικό αυτό υπόστρωμα της μοναχικότητας ή ανεξαρτησίας που ανέκαθαν διέκριναν μέσα μου όσοι με περιέβαλαν, γεννήθηκε μαζί μου. Ήταν το ορατό μου στίγμα, αυτό καθόρισε την ανάπτυξή μου. Είμαι, από την ίδια τη φύση, ή ευλογημένη ή καταραμένη να μην μπορώ να προσκολληθώ πουθενά. Αυτό το υπόστρωμα είναι εκείνο που δεν με άφησε να ζήσω μια φυσιολογική ανθρώπινη ζωή. Ο πρώτος μου και ύστατος στόχος ήταν πάντα να ανακαλύψω το νόημα και το σκοπό της ζωής, δηλαδή να βρω το βασικό, ανεξάρτητο. ελεύθερο και φωτεινό βάθος μου. Αυτή υπήρξε η βασική μου διαφορά από τους φίλους μου, από την πλειονότητα των ανθρώπων που έχω συναντήσει, από τους άντρες που έχω αγαπήσει. Κανένας τους δεν ένιωθε ωθήσεις από μια βαθειά, παραχωμένη αίσθηση ανεξαρτησίας και ελευθερίας. Όλοι τους ήταν οπαδοί της εξάρτησης, της μονιμότητας, της τελμάτωσης. Τώρα βλέπω ότι δεν ήταν ελεύθερες ψυχές.

Αυτό μου θυμίζει ξανά την παλιότερη διαπίστωσή μου ότι δεν γεννιούνται όλοι με ισχυρές «ψυχές». Και με «ψυχή» εννοώ εκείνο το στοιχείο που κερδίζει σε σθένος μέχρις ότου τινάξει στον αέρα όλες τις εξαρτήσεις και τη σκλαβιά της φυσικής Τριάδας (σώμα-συναίσθημα-σκέψη) που είναι ένα αυτόματο. Οι άνθρωποι γενικά, δεν ωθούνται από μιαν ισχυρή ψυχή τέτοιου τύπου κρυμμένη στο βάθος τους. Μοιάζουν σαν να μην έχουν «ψυχή» για αυτό λειτουργούν σαν αυτόματα. Γνωστοί και φίλοι ανέκαθεν με φθονούσαν επειδή έβλεπαν μιαν ισχυρή και ανεξάρτητη ψυχή να αναπτύσσεται μέσα μου. Ασυναίσθητα διαπίστωναν ότι αν αυτό που αναπτυσσόταν στο εσωτερικό μου ήταν κάτι το ζωντανό, τότε εκείνοι ήταν νεκροί σαν ψυχές ή ανθρώπινα όντα και ζωντανοί μόνο σαν αυτόματα.»