Από τον καιρό που το Εγώ της Θ. είχε αποφυλακισθεί, το είναι της παρουσίαζε τις προϋποθέσεις για μάθηση από περιοχές έξω από τη γήινη ζωή. Αλλά αυτό έγινε αφού πρώτα πέρασε, με επιτυχία, τις γήινες εξετάσεις της. Τώρα, η «Γνώση», που βρισκόταν έξω της, τη «μυούσε» στα μυστικά του σύμπαντος. Και, ασφαλώς θα σταματούσε τη διαδικασία της «μύησης» αν η Θ. δεν εκπλήρωνε τις απαραίτητες εσωτερικές προϋποθέσεις, πράγμα που σήμαινε αυστηρή αυτογνωσία και κάθαρση του φορέα της από κάθε παράγοντα αλλότριο προς την επικείμενη «Γνώση». Η κατάσταση αυτή έμοιαζε με την «έμπνευση», αφού διακρινόταν από κάποιο είδος Πνοής.
Και η Θ. το ένιωθε σαν χρέος της, όχι απλώς να δεχτεί παθητικά τη «Γνώση» που της δινόταν, αλλά να ανακαλύψει ενεργητικά γ ι α τ ί της δινόταν, για ποιαν απώτερη σκοπιμότητα. Δεν θα ήθελε, για τίποτα στον κόσμο, να θάψει στη γη το τάλαντο που της δινόταν, όπως είχε κάνει το πρόσωπο της ευαγγελικής παραβολής. Κι αυτό επειδή είχε μάθει το μεγάλο μάθημα. Ότι δηλαδή το κάθε τι που δίνεται στον άνθρωπο, είτε από τη γέννησή του, είτε από αποκάλυψη, είναι ένα τάλαντο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για κάποιον ανώτερο σκοπό.
Όποιος διαπράττει το σφάλμα να μη χρησιμοποιήσει το τάλαντό του για να μην κοπιάσει επόμενο είναι να του αφαιρεθεί όχι μόνο αυτό που του δόθηκε δωρεάν, αλλά και πράγματα εγγενή του.

