Ο άνθρωπος που είναι προικισμένος με διαισθητική σκέψη και ευαίσθητο συναίσθημα δεν είναι δυνατόν να μην αντιληφθεί ότι τα πάντα μέσα στο σύμπαν που ζούμε, ξεκινούν από κάπου και επιστρέφουν εκεί, αφού πρώτα διαγράψουν ένα κύκλο μεταμορφώσεων και αλλαγών. Μ’ άλλα λόγια, βρίσκεται μπροστά σ’ ένα τεράστιο σχέδιο «κυκλοφορίας», σε μακροκοσμική και μικροκοσμική κλίμακα.
Γύρω του βλέπει το ορυκτό, το φυτικό, το ζωικό, το ανθρώπινο βασίλειο να διαγράφουν τους κύκλους τους. Στο στερέωμα βλέπει τα ουράνια σώματα να κάνουν το ίδιο, περνώντας από τις διάφορες φάσεις της κοσμογονίας του. Και η ευαισθησία του διαπιστώνει ότι τα πάντα συνδέονται μυστικά μεταξύ τους. Δεν του φαίνεται καθόλου παράξενο πχ αν ένας σούπερ νόβα συνδέεται μυστικά με τον κόσμο των εντόμων ή ακόμα και των ιών. Και νιώθει ότι η μυστική αυτή σύνδεση διασταυρώνεται με άπειρες άλλες, ενδιάμεσες, διασυνδέσεις, οριζόντιες και κάθετες.
Αυτού του είδους ο άνθρωπος βλέπει το κάθε βασίλειο και τον κάθε «πολίτη» του κάθε βασιλείου, σαν φορέα επιδράσεων από τα βασίλεια που βρίσκονται επάνω ή κάτω από το δικό του. Και αφού διαπιστώσει αυτή την τεράστια κλιμάκωση του σύμπαντος σε οκτάβες ανάπτυξης και σύμπτυξης, θα θελήσει ασφαλώς να βρει ποια είναι η δική του, ατομική θέση μέσα σ’ αυτή την κλιμάκωση, καθώς και την ιδιαίτερη θέση του ανθρώπινου γένους μέσα σ’ αυτήν. Επόμενο είναι λοιπόν, να θελήσει να ξεχωρίσει τα σκαλοπάτια αυτής της τεράστιας Κοσμικής κλίμακας σύμφωνα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε βασίλειου-ορυκτού, φυτικού, ζωικού, ανθρώπινου, πλανητικού, ηλιακού, γαλαξιακού, κοκ. Και ασφαλώς θα σταθεί ιδιαίτερα στα δύό βασίλεια που πλαισιώνουν το ανθρώπινο δηλ. στο ζωικό, από κάτω και στο πλανητικό, από πάνω.
Ποια δέσμη αόρατων επιδράσεων ωθεί το ζωικό βασίλειο στο ξεδίπλωμά του, ποιες δυνάμεις κάνουν το ίδιο για την πλανητική ζωή. Και σε τι μοιάζει ο άνθρωπος με τα δύο βασίλεια που τον πλαισιώνουν. Τι κοινό τον συνδέει με τα ζώα και τι με την πλανητική ζωή; Και τι είναι εκείνο που δεν ανήκει ούτε στο ένα ούτε στο άλλο βασίλειο, αλλά είναι καθαρά δικό του, αποκλειστικά ανθρώπινο;
Αν αυτές οι διαπιστώσεις πυκνώσουν, ο άνθρωπός μας θα νιώσει ότι είναι χ΄ρεος του να εισδύσει στο βάθος των πραγμάτων, αναζητώντας, πρώτα και κύρια, την καθαρά ανθρώπινη ποιότητα για να την αναπτύξει. Ύστερα, τόσο την πλανητική, προς την οποία ίσως τείνει να εξελιχθεί το καθαρά ανθρώπινο στοιχείο, όσο και τη ζωική, ιδιαίτερα επειδή, πρώτα, το καθαρά ανθρώπινο στοιχείο βρίσκεται συνήθως βυθισμένο μέσα στη ζωική φύση και ύστερα επειδή η γενική προκατάληψη επιμένει να βλέπει τον άνθρωπο μόνο σαν ένα ανώτερο είδος ζώοου.
Και ενώ εύκολα θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το κοινό του σημείο με το ζωικό βασίλειο είναι το σώμα του και οι σωματικές του λειτουργίες, τις άλλες δύο ποιότητες, την καθαρά ανθρώπινη και την πλανητική, θα πρέπει να ψάξει να τις βρει μέσα του. Αυτό σημαίνει ότι μόνο η έρευνα γύρω από το σώμα (το ζωικό μέρος του ανθρώπου) ανήκει στην ορατή και απτή στην περιοχή. Τα άλλα δύο συνθετικά του μέρη-ανθρώπινο και πλανητικό βρίσκονται σε κάποιον αόρατη περιοχή μέσα του.
Έτσι, θα αρχίσει να αποκτά συνείδηση της τριπλής του φύσης. Αργότερα, ίσως αρχίσει να υποπτεύεται ότι κάτι παρόμοι συμβαίνει και στα βασίλεια που τον πλαισιώνουν. Το ζώο πχ στο ανώτερο μέρορς του ίσως να αγγίξει το κατώτερο μέρος του ανθρώπινου βασίλειου.
Ενώ με το κάτω μέρος του αγγίζει ίσως το ανώτερο μέρος του φυτικού βασίλειου. Ενδιάμεσα ωστόσο, ίσως υπάρχει ένα στοιχείο καθαρά ζωικό. Αν ο άνθρωπος μας κυττάξει πιο κάτω, ίσως διαπιστώσει ότι και τα φυτά έχουν τριπλή υπόσταση, αφού συναλλάσσονται με τα ζωικό βασίλειο, από τη μια, και με τα ορυκτά, από την άλλη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα φυτά δεν διαθέτουν ένα ενδιάμεσο στοιχείο, καθαρά δικό τους. Αλλά τότε ίσως και το πλανητικό βασίλειο να έχει μια κάτω πλευρά που την μοιράζεται με το ανθρώπινο βασίλειο, μια επάνω πλευρά που τη μοιράζεται με τον ήλιο και μιαν ενδιάμεση πλευρά, καθαρά δική του. Μήπως, τότε ισχύει το ίδιο και για τον ήλιο και για όλα τα σκαλοπάτια της Δημιουργίας.
Αλλά αφού ο πλανητικός κόσμος δέχεται έμμεσα, δηλ. παθητικά, επιδράσεις από τον ήλιο ενώ, από την άλλη, επιδρά άμεσα, δηλ. ενεργητικά, στον άνθρωπο, μήπως ο άνθρωπος δέχεται έτσι έμμεσα, μέσα από τον πληντικό κόσμο, της ηλιακές επιδράσεις; Και μήπως δέχεται έμμεσα με φορέα το ζωικό βασίλειο, επιδράσεις από το φυτικό βασίλειο; Οπότε, μήπως δεν είναι απλώς μια τρισυπόστατη ύπαρξη, αλλά με περισσότερες υποστάσεις, με περισσότερη χωρητικότητα. Μήπως, ακόμα πιο έμμεσα κι απόμακρα, δέχεται επιδράσεις από το ορυκτό βασίλειο, από τη μια και από το Γαλαξιακό, από την άλλη; Μ’ άλλα λόγια, μήπως η κάθε ζώνη του σύμπαντος διαπερνά και μιαν αντίστοιχη ζώνη μέσα του; Μήπως το είναι του είναι έτσι φτιαγμένο ώστε να γίνεται φορέας ενεργειών και επιδράσεων από ολόκληρο το σύμπαν;
Και τι γίνεται αν τα κανάλια του είναι φραγμένα και ιδεν αφήνουν αυτές τις επήρειες να περάσουν από μέσα του και να διοχετευθούν από τα κάτω του βασίλεια στα επάνωθε του και από τα επάνω του βασίλεια στο κάτωθέ του; Δεν διαταράζει τότε την παγκόσμια ισορροπία και δεν διαταράζεται κι η δική του ισορροπία απ’ αυτό; Μήπως το κλείσιμό του αυτό, η έλλειψη συνειδητοποίησης της θέσης του σαν φορέα ή μετασχηματιστή δυνάμεων, γίνεται πρόξενος δυστυχίας, αρρώστιας, σύγκρουσης, απομόνωσης απουσίας Νοήματος στη ζωή; Μήπως η ατομική του ευτυχία είναι άρρκητα συνυφασμένη με το πλήρες άνοιγμά του σ’ όλα τα επίπεδα της Δημιουργίας;
Ωστόσο, αν ο άνθρωπός μας φτάσει να κάνει τόσο πλατειές διαπιστώσεις, δεν είναι δυνατό να σταματήσει σ’ αυτό το σημείό. Θα είναι τόσο θαμπωμένος από το πάνσοφο πλέγμα του Σχεδίου της Δημιουργίας που θα θελήσει ασφαλώς να γνωρίσει τις δυνάμεις που το δόμησαν, μ’ άλλα λόγια, τον Νου ή τη συνειδητή Δημιουργό Αρχή πίσω από το μεγαλειώδες πανόραμα του κόσμου. Θ’ αρχίσει να αναρωτιέται γιατί να δημιουργήθηκε άραγε αυτό το σύμπαν, και τι απώτερο σκοπό να εξυπηρετεί. Και ο πόθος θα ογκώνεται προοδευτικά μέσα του, όχι απλώς να ανεβεί όλη την Οκτάβα της Δημιουργίας, αλλά να περάσει πέρα και πίσω απ’ αυτήν μέσα στην ίδια την Πηγή που τη δημιούργησε. Ν’ αποκτήσει μ’ άλλα λόγια, όχι απλώς ανθρωπογνωσία ή κοσμογνωσία, αλλά Θεογνωσία. Διαφορετικά, μόνο η γνώση της Δημιουργίας δεν θα δικαιώνει την ύπαρξή του και τη θέση του μέσα σ’ αυτήν, δηλ. το ότι τοποθετήθηκε εκεί σαν φορέας για να υπηρετεί την κυκλοφορία και την εξέλιξή της.
Μια ισχυρή απαίτηση ίσως ξεσηκωθεί τότε μέσα του ζητώντας να εισχωρήσει στο Γιατί. Η έρευνα του Πώς; της δομής, δεν θα έχει πια νόημα. Το Νόημα θα περιέχεται αποκλειστικά στο Γιατί, για ποιο σκοπό δημιουργήθηκε το σύμπαν κι αυτός ο ίδιος.
Από ποιο μέρος του εαυτού του θα μπορούσε να βγαίνει άραγε αυτό το απολυταρχικό αίτημα που η παρουσία του τον παρασύρει σε νέες περιπέτειες, σε νέα εξαντλητική έρευνα;
Σοφία Άντζακα, Η Θέση
