«Ποιος άλλος από τους συναδέλφους σου νομίζεις ότι αρνήθηκε τον λωτό;»
Τα μάτια της Τούλας διεστάλησαν από έκπληξη και ενδιαφέρον.
«Τι ερώτηση! Αλήθεια, ποιος άραγε;»
Έμεινε για λίγο σκεπτική. Όταν μίλησε, είπε:
«Θα σου φανεί περίεργο. Ίσως βέβαια να κάνω λάθος, αλλά έχω την εντύπωση ότι κανένας τους δεν αρνήθηκε ποτέ κανέναν λωτό. Σαν να μην πέρασαν ποτέ από καμιά χώρα Λωτοφάγων. Ίσως μου πεις ότι, αφού δεν πέρασαν και δεν έφαγαν, η ανάμνηση θα είναι ζωντανή μέσα τους…»
Η φωνή της έσβησε σε αποσιωπητικά καθώς η όψη της έπαιρνε ένα στοχαστικό ύφος.
«Τι περίεργο» συνέχισε σε λίγο. «Κάτι μου λέει ότι καμιά ανάμνηση Παραδείσου δεν είναι χαμένη μέσα τους κι ας μην δοκίμασαν ποτέ τη γεύση του λωτού…»
Μια λάμψη φώτισε ξαφνικά τα μάτια της.
«Ναι, αυτό είναι, κανένας τους δεν είναι ταξιδευτής, ποντοπόρος. Γι’ αυτό δεν ξέρουν από ξένες χώρες, εκμαυλιστικές. Ωστόσο, δεν θα έλεγα ότι βρίσκονται σε κάποιαν Ιθάκη, ότι ποτέ δεν εγκατέλειψαν το πάτριο έδαφος για να ριχτούν σε περιπέτειες…»
Η Θ. σιωπούσε, με το είναι της σε διέγερση, παρακολουθώντας τις μυστικές αναμοχλεύσεις στο είναι της Τούλας…
«Να σου απαγγείλω ένα άλλο μου ποίημα; Τώρα μόλις άρχισα να καταλαβαίνω το κρυμμένο νόημά του. Εκεί μέσα περιέχεται η απάντηση. Να το απαγγείλω λοιπόν;»
Η Θ. κούνησε το κεφάλι καταφάσκοντας και η Τούλα άρχισε να απαγγέλει.
Πραγματικά, το ποίημα περιείχε την απάντηση. Μ’ άλλα λόγια περιέγραφε τους ανθρώπους που γεννιούνται χωρίς Παράδεισο, χωρίς Ιθάκη, χωρίς Πατρίδα, για αυτό δεν βασανίζονται από καμιάν ανάμνηση, από καμιά νοσταλγία για επιστροφή. Και, κατά κάποιον τρόπο, η Τούλα τους μακάριζε επειδή ήταν απαλλαγμένοι από τα μαρτύρια εκείνων που ένιωθαν εξόριστοι σ’ αυτή τη γη και νοσταλγούσαν τον γενέθλιο τόπο τους, χωρίς να ξέρουν τον δρόμο της επιστροφής. Σ’ αυτό της το ποίημα, η Τούλα επιθυμούσε να είχε γεννηθεί σαν αυτούς.
