Το άρθρο με τίτλο «Η Ομιλία της Τέχνης» έγραφε τα παρακάτω:
«Σκοπός της μελέτης αυτής δεν είναι να πραγματευτεί τις ποικίλες απόψεις για το τι είναι τέχνη, τι σκοπό υπηρετή, αν πρέπει να περιέχει ένα μήνυμα ή αν κάθε μορφή τέχνης, και μόνο που είναι μια μορφή τέχνης, περικλείει αυτόματα ένα μήνυμα.
Όπως δηλώνει ο τίτλος, το θέμα που θα μας απασχολήσει είναι «η ομιλία της τέχνης». Φυσικό είναι, όμως να ρωτήσει κανείς τι εννοείται εδώ με «ομιλία» και μάλιστα της τέχνης. Για αυτό θα πρέπει πρώτα να δούμε τι σημαίνει «ομιλία» και ποια είναι η λειτουργία της. Ο αναγνώστης ειδοποιείται από την αρχή ότι θα πρέπει να ακούσει με υπομονή πράγματα πολύ πεζά και πολύ γνωστά του, ωστόσο απαραίτητα για τη δικαίωση του θέματος αυτής της μελέτης.
«Ομιλώ» λοιπόν, σημαίνει ότι κάνω προσπάθεια να επικοινωνήσω με τους άλλους ανθρώπους. Η ομιλία είναι ο πιο γενικός και άμεσος τρόπος επικοινωνίας. Μ’ αυτόν γίνεται μια προσπάθεια να εισχωρήσει κανείς μέσα σε κάποιον άλλο με σκοπό να μεταφέρει μέσα του κάτι από το υποκείμενό του και να τον κάνει να δει και να νιώσει αυτό το κάτι σαν δικό του. Μ’ άλλα λόγια, είναι μια δραματική προσπάθεια για την κατάργηση της χωριστικότητας.
Αλλά τι συνιστά την ομιλία; Από τι αποτελείται; Η εύκολη απάντηση είναι: «Από λέξεις.» Η επόμενη: «Από λέξεις που μεταφέρουν νοήματα.» Τι είναι, όμως, οι λέξεις, σε τελευταία ανάλυση; Και τι τα νοήματα που μεταφέρονται με λέξεις;
Όπως είναι γνωστό, η λέξη, σε τελευταία εξέταση, είναι ήχος. Και ο ήχος είναι κραδασμός. Και οι κραδασμοί ποικίλλουν σε συχνότητα. Τι είναι τώρα τα νοήματα που μεταφέρονται με λέξεις; Σε πολύ απλή διατύπωση είναι ένας δυναμικός παράγοντας που θέτει σε κραδασμική κίνηση ορισμένα εγκεφαλικά κύτταρα. Πράγμα επίσης γνωστό. Και είναι αυτονόητο ότι το κάθε νόημα, η κάθε ιδέα, η κάθε σκέψη έχει το δικό της μήκος κύματος. Όταν λοιπόν ο άνθρωπος, θέλει να μεταδώσει μιαν ιδέα ή ένα νόημα σε κάποιον άλλο, μεταφέρει αυτό το νόημα στις λέξεις. Οι λέξεις που μ’ αυτό τον τρόπο γίνονται φορείς ενός νοήματος, θα πρέπει να μεταδώσουν την ακριβή παλμική δόνηση του νοήματος στον ακροατή, για να επιτευχθεί η ποθούμενη γεφύρωση ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο. Αν η λέξη δεν μεταφέρει πιστά τη συχνότητα του νοήματος, ο ακροατής δεν θα συλλάβει αυτό που συντελέστηκε στον εγκέφαλο του ομιλητή και οι συνομιλητές θα μείνουν δύο ξένοι. Δεν θα υπάρξει πρόκληση και ανταπόκριση.
Θα μπορούσε τώρα να ρωτήσει κανείς σε τι συνίσταται η ανταπόκριση, αν οι λέξεις μεταφέρουν με επιτυχία το μήκος κύματος μιας ιδέας. Σε αδρές γραμμές, αυτό που συμβαίνει είναι ότι ο ήχος των λέξεων που μεταφέρουν τον παλμό του νοήματος χτυπά στο αυτί του ακροατή που μεταφέρει τον παλμό στο τύμπανο. Στη συνέχεια, αυτός ο κραδασμός μεταδίδεται στον εγκέφαλο του ακροατή, ο οποίος μ’ αυτό τον τρόπο ζει το νόημα που γεννήθηκε στον εγκέφαλο του ομιλητή σαν να είναι δική του, πρωτογενής σκέψη. Για αυτό ο ρόλος του μεταφορέα ή φορέα, δηλαδή των λέξεων είναι πολύ λεπτός. Μπορεί ή να καταστρέψει την επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους ή να συντελέσει στις αρμονικές σχέσεις ανάμεσά τους.

Είπαμε ότι η λεκτική ομιλία είναι ο πιο γενικός και διαδεδομένος τρόπος ένωσης ανάμεσα σε δύο άτομα, το μέσο που έχει τη δυνατότητα να καταλύει, ως ένα σημείο, τη μόνωση. Αν αυτό δεν το πετυχαίνει, είναι γιατί έχει δυστυχώς αποκτήσει μια καταστρεπτική αυτονομία. Από όργανο και φορέας, πάει να γίνει σκοπός. Γιατί όσο οι λέξεις μπορούν να μεταφέρουν περιεχόμενα νοητικά, άλλο τόσο μπορούν να είναι κούφιες ή να μεταφέρουν νοήματα κάθε άλλο παρά αφηρημένα. Μ’ άλλα λόγια, συγκεκριμένες έννοιας που δεν μπορούν να γεφυρώσουν το χάσμα της χωριστικότητας ανάμεσα στους ανθρώπους. Γιατί το να μεταφέρετε έξαφνα κάτι από τον αντικειμενικό κόσμο -που μπορεί κανείς και μοναχός του να το αντιληφθεί- δεν φέρνει τον ακροατή σας σε επαφή με το καθαρά υποκειμενικό σας στοιχείο, με τη μοναδικότητά σας. Για να αντιληφθεί ο άνθρωπος τον εξωτερικό κόσμο που τον περιβάλλει, χρησιμοποιεί τις πέντε αισθήσεις του κι έτσι επικοινωνεί μαζί του. Για να συνεννοηθούμε μεταξύ μας για πράγματα του αντικειμενικού κόσμου, χρησιμοποιούμε τις λέξεις που συμφωνήθηκαν για να δηλώσουν τα διάφορα αντικείμενα του περιβάλλοντος. Αλλά οι λέξεις που αφορούν στο περιβάλλον δεν μπορούν να βοηθήσουν τον άνθρωπο να ενωθεί με την ουσία και τη μοναδικότητα ενός άλλου. Η μοναδικότητα ενός ατόμου δεν συλλαμβάνεται με τις πέντε αισθήσεις. Για να έρθει κανείς σε επαφή με τη μοναδικότητα ενός άλλου χρειάζεται μια προθυμία από το μέρος αυτού του ανθρώπου να φανερώσει κάτι από αυτή με λέξεις οι οποίες να εκφράζουν τα νοήματα που κρύβει ο λογισμός του. Για αυτό, επειδή η πιστή μεταφορά των νοημάτων από τις λέξεις, από την ομιλία, φανερώνει τη μοναδικότητα του ανθρώπου, μπορεί να θεωρηθεί ότι συντελεί στην ανθρωποφάνειά του.
Ένας άλλος τρόπος ομιλίας είναι η γραφή. Ο ίδιος νόμος λειτουργεί κι εδώ αλλά με το οπτικό νεύρο του αναγνώστη.
Τώρα μπορούμε, νομίζω, να προχωρήσουμε από τη γενικότητα στην εξειδίκευση μια και η η καλλιτεχνική έκφραση είναι μια μορφή εξειδίκευσης.
Στο βάθος, εκείνο που χαρακτηρίζει τον καλλιτέχνη είναι η ανάγκη να ενωθεί με μάζες ανθρώπων, αλλά όχι με τη συνηθισμένη ομιλία. Αν κρίνει κανείς, μαζί με πολλά άλλα, και από αυτή την ιδιορρυθμία του, εύκολα μπορεί να συμπεράνει ότι νιώθει τη μόνωση και τη χωριτικότητά του πολύ πιο έντονα από τους άλλους. Θέλει να εισχωρήσει στο εσωτερικό πολλών ανθρώπων, να μεταφέρει την ουσία της μοναδικότητά του σε πολλούς. Αλλά αυτά που θέλει να εκφράσει δεν είναι απλά νοήματα και για αυτό ο προφορικός λόγος δεν επαρκεί. Πολλές φορές τα νοήματα είναι τέτοια που δεν μπορούν να μπουν ούτε καν σε γραπτό λόγο. Απαιτούν χρώμα ή σχήμα ή ρυθμό. Από αυτή την ανάγκη γεννήθηκαν οι αντίστοιχες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης.
Αλλά, αν στον κοινό τρόπο επαφής όλο το βάρος για την επιτυχία της επικοινωνίας πέφτει στις λέξεις που θα πρέπει να μεταφέρουν την ακριβή κραδασμική συχνότητα των νοημάτων, στην τέχνη το βάρος και η ευθύνη του φορέα πολλαπλασιάζονται, άσχετα αν ο φορέας αυτός είναι ο γραπτός λόγος, το χρώμα, το σχήμα, η κίνηση ή ο μουσικός ήχος. Πολλές φορές ο φορέας δεν στέκει στο ύψος της κραδασμικής συχνότητας αυτού που θέλει να μεταδώσει ο καλλιτέχνης και για αυτό αποτυχαίνει στην προσπάθειά του να εισχωρήσει μέσα στους άλλους και να ξυπνήσει μέσα τους εκείνη την ανταπόκριση που συνιστά την ουσία της συντροφικότητας. Ίσως τότε θα έπρεπε να μιλάμε για κακή τέχνη.
Έπειτα από τα παραπάνω θα πρέπει, νομίζω, να έχει γίνει φανερό τι θέλει να πει ο τίτλος αυτής της μελέτης.

Έχει, λοιπόν, η τέχνη την ομιλία της. Εκείνο, όμως που δεν τονίστηκε αρκετά και για αυτό θα πρέπει να επαναληφθεί είναι ότι αποτελεί μιαν ακόμα πιο δραματική και απεγνωσμένη, θα έλεγα προσπάθεια επικοινωνίας από ό,τι η κοινή ομιλία. Με άλλα λόγια, είναι μια πρόσκληση για ένωση για αγάπη, όχι με ένα ή δύο πρόσωπα, αλλά γενικότερη με προθέσεις οικουμενικότητας. Με αυτή την έννοια, η σχέση ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό μπορεί να θεωρηθεί ερωτική γιατί έχει έντονη τη σφραγίδα της στέρησης που είναι η σφραγίδα μιας αβυσσαλέας υπαρξιακής αγωνίας. Διαφορετικά, δεν θα ζητούσε πλήρωση στην ελπίδα της ανταπόκρισης από το κοινό. Στο τέλος αυτής της μελέτης θα δούμε τι προοπτικές ανοίγονται στον άνθρωπο για το ξεπέρασμα της μοναξιάς του και της υπαρξιακής αγωνίας του. Για την ώρα, θα ασχοληθούμε με τη σχέση τέχνης και κοινού από κραδασμική άποψη.
Σε αυτό το σημείο, όμως πρέπει να τονισθεί ιδιαίτερα ότι ο άνθρωπος δεν λειτουργεί μονάχα σαν σκέψη και σαν συναίσθημα. Υπόκειται και σε καταστάσεις πιο σπάνιες που λέγονται στιγμές έμπνευσης ή δημιουργικής πνοής ή φώτισης. Οπότε, ανάλογα με τα τάλαντα που διαθέτει εκφράζει αυτό που συλλαμβάνει εσωτερικά. Αυτές οι σπανιότερες καταστάσεις έχουν πολύ υψηλότερη κραδασμικότητα από τη σκέψη ή από το συναίσθημα και όσο διαρκούν κρατούν κάτω από την επήρειά τους και τα δύο. Αν προσέξει όμως αυτός που υπόκειται σε αυτές τις καταστάσεις, θα διαπιστώσει μια κραδασμική διαφορά από τη μια τέτοια κατάσταση στην άλλη. Άλλοτε πάλλεται πιο γρήγορα κι άλλοτε πιο αργά. Οπότε και η έκφρασή του στον εξωτερικό κόσμο φέρνει τη σφραγίδα της κραδασμικής συχνότητας η οποία τον δονεί την ώρα που δίνει έκφραση στην εσωτερική έμπνευση.
Έπειτα από αυτές τις απαραίτητες διευκρινήσεις μπορούμε να προχωρήσουμε στο θέμα αυτής της μελέτης.
Ας παρακολουθήσουμε τώρα έναν άνθρωπο που επισκέπτεται μια έκθεση ή που διαβάζει ποίηση ή λογοτεχνία. Εκείνη τη στιγμή δέχεται μιαν αόρατη κραδασμική επήρεια. Αν η συχνότητα αυτής της επήρειας είναι υψηλή – απόδειξη ότι ο δημιουργός έχει αντλήσει την έμπνευσή του από ένα πεδίο που έχει την ύπαρξή του πέρα από το πεδίο της σκέψης ή του συναισθήματος -τότε θα αλλάξει συχνότητα και το είναι του θα αρχίσει να πάλλεται στον ρυθμό του έργου τέχνης. Η μέθεξη θα είναι τέλεια και ο θεατής ή ο αναγνώστης θα νιώσει «εξ επαφής» ακριβώς αυτό που ένιωσε ο καλλιτέχνης την ώρα που τον συνείχε ο δημιουργικός παλμός. Ας υποθέσουμε ότι το ίδιο άτομο μελετά τώρα ένα άλλο έργο τέχνης και ότι οι κραδασμοί του υφίστανται νέα ανύψωση ή αντίθετα χαμήλωμα. Τότε θα μπορεί άμεσα να κρίνει την ποιότητα του κάθε έργου τέχνης. Εκείνο που τον ανυψώνει περισσότερο στέκει σε υψηλότερο σκαλοπάτι σαν τέχνη από ένα άλλο που τον ανυψώνει λιγότερο. Έργα τέχνης και τα δύο. Όμως διαφορετικής στάθμης.
Ας παρακολουθήσουμε τώρα ένα άλλο άτομο. Αυτός έχει αφομοιώσει όλα τα σχετικά με την αισθητική του ύφους, της μορφής, της τεχνικής. Η σκέψη του έχει διαμορφωθεί επάνω σε αισθητικά πρότυπα. Ξέρει, προτού ακόμα δει ή διαβάσει κάτι, ότι για να είναι «έργο τέχνης» αυτό που θα μελετήσει θα πρέπει να εκπληρώνει ορισμένους κανόνες αισθητικής. Και αυτή του ακριβώς η αισθητική καλλιέργεια δεν θα τον αφήσει να δεχθεί ελεύθερα την κραδασμική επήρεια του έργου. Ακόμα κι αν νιώσει έξαρση από ένα έργο που δεν ανταποκρίνεται στους καθιερωμένους κανόνες, θα παραβλέψει την έξαρση και δεν θα την υπολογίσει στην αξιολόγηση ενός έργου τέχνης. Με άλλα λόγια, θα αποδειχθεί κουφός στην ομιλία της τέχνης. Αυτός ο άνθρωπος μπορεί να παρακάμψει ένα πρωτότυπο αριστούργημα και να δώσει την πρώτη θέση σε κάτι κατώτερο, το οποίο θα ανταποκρίνεται στους κανόνες της αισθητικής. Εκείνο που εννοείται με όλα αυτά, είναι ότι αν η τέχνη μιλά με την ομιλία των κραδασμών, αυτός που θέλει να ακούσει την ομιλία της δεν θα πρέπει να την προσεγγίσει με διανοητικές ωτοασπίδες γιατί ακριβώς όπως στη συνάντηση δύο ανθρώπων, εκείνος που έχει από πριν σχηματίσει μιαν ορισμένη ιδέα για τον άλλον, δημιουργεί έναν φραγμό ανάμεσά τους ο οποίος αποκλείει κάθε επικοινωνία.
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό γιατί τόσο λίγοι, ελάχιστοι βρίσκονται σε πραγματική επικοινωνία με τα έργα τέχνης. Κι έτσι η ερωτική ένωση ανάμεσα στον καλλιτέχνη και στο κοινό δεν πραγματώνεται και ο καλλιτέχνης παραμένει αδικαίωτος, μοναχικός και γεμάτος υπαρξιακό άγχος.
Αυτό φέρνει στα χείλη ένα ζωτικότατο ερώτημα. Καλά δεν μπορεί λοιπόν, αυτός ο υπερευαίσθητος της ζωής, ο καλλιτέχνης να βρει άλλο τρόπο για να ενωθεί με τους ανθρώπους ή με κάτι τέλος πάντων, που θα του δώσει την πλήρωση που αναζητά; Είναι υποχρεωμένος να εξαρτά επ’ άπειρον την πλήρωσή του από το κοινό;
Η απάντηση είναι: Όχι. Ευτυχώς γι’ αυτόν. Ευτυχώς για τον κάθε άνθρωπο υπάρχει τρόπος να βγει κανείς από το υπαρξιακό αδιέξοδο.
Όταν λέμε ότι ο άνθρωπος δεν αποτελείται μονάχα από σκέψη και συναίσθημα, αλλά και από κάτι σπάνιες στιγμές έμπνευσης ή φώτισης, ότι τα έργα τέχνης ποικίλλουν σε κραδασμική συχνότητα ανάλογα από το ποιο πεδίο αντλεί την έμπνευσή του ο καλλιτέχνης, δίνουμε το κλειδί στη λύση του μυστηρίου. Και είναι να απορεί κανείς γιατί η πλειοψηφία των καλλιτεχνών συνήθως δεν διερωτάται καν ποια είναι η πηγή της έμπνευσής τους. Αφού είναι τόσο φανερό ότι η έμπνευση ή η φώτιση έρχεται σε σπάνιες στιγμές και είναι φευγαλέα και ότι έπειτα πέφτει ο καλλιτέχνης στα συνηθισμένα επίπεδα της σκέψης και του συναισθήματος, που συνιστούν τον κόσμο του γνωστού, αφού στις περισσότερες περιπτώσεις ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να εξηγήσει το ίδιο του το έργο ή να το κατανοήσει, τότε γιατί δεν προβάλλεται μέσα του το ερώτημα από ποιον άγνωστο χώρο «κατεβαίνουν» οι εμπνεύσεις του; Το ότι δέχεται την ύπαρξη ενός άγνωστου χώρου φαίνεται καθαρά από την κατάφασή του στο έργο του και ταυτόχρονα από την αδυναμία του να το εξηγήσει, ιδιαίτερα αν απεικονίζει πράγματα που δεν έχουν τις ρίζες τους ούτε στην καθημερινή πείρα του ίδιου, ούτε των ανθρώπων γενικά. Αυτόν τον άγνωστο χώρο όμως, γιατί δεν ξεκινά να τον εξερευνήσει συστημικά, αλλά αρκείται στα ψίχουλα που του ρίχνει η έμπνευση;
Και τώρα θα διατυπωθεί η μεγάλη υποψία. Μήπως υπάρχουν άγνωστα επίπεδα επάνω από το πεδίο της σκέψης, επίπεδα που κλείνουν μέσα τους την απάντηση στο αίνιγμα της ανθρώπινης ύπαρξης; Και μήπως αφού η έμπνευση είναι μια μαρτυρία για την ύπαρξη αυτών των κόσμων, θα έπρεπε ο άνθρωπος να κάνει κάτι για να αναρριχηθεί ως εκεί, ακριβώς όπως όταν ήταν μικρός, βοηθήθηκε να αναρριχηθεί στο επίπεδο της σκέψης από το επίπεδο του συναισθήματος; Μήπως λοιπόν, η σκέψη δεν είναι η κορυφή της πυραμίδας του ανθρώπου; Και μήπως είναι εγκληματικό, ένας στραγγαλισμός, μια αυτοκτονία, να παραμένει ο άνθρωπος στο επίπεδο της σκέψης, αφού περιέχει και ανώτερα επίπεδα, με υψηλότερη συχνότητα, όπως αποδεικνύουν τα έργα τέχνης όταν φανερώνουν κάποια πτυχή αυτών των υψηλότερων πεδίων;
Κάθε απροκάλυπτος και ευρύνους άνθρωπος θα έβρισκε όλα αυτά τα ερωτήματα πολύ λογικά και θα απορούσε γιατί αλήθεια, παρ’ όλες τις αποδείξεις για την ύπαρξη άλλων επιπέδων, κανείς δεν φαίνεται να κινείται προς αυτά. Ή, κι αν κινείται, δεν γνωστοποιεί φανερά την επίτευξή του όπως κάνουν οι καλλιτέχνες.
Ας παρακάμψουμε όμως αυτή την απορία και ας προχωρήσουμε όχι πια σε ερωτήματα, αλλά με θετικό τρόπο. Δεν θα βασιστούμε πια στα ψίχουλα που μας προσφέρουν οι καλλιτέχνες αλλά στη θετική κατάκτηση αυτών των επιπέδων από ανθρώπους που έζησαν ανέκαθεν ανάμεσα στις μάζες, που υπέφεραν από το φάσμα του θανάτου και την αγωνία της ύπαρξης. Όχι πως αυτοί ξεκινούν από άλλη αφετηρία. Κάθε άλλο. Για την ακρίβεια, υποφέρουν πολύ πιο έντονα από την αγωνία της ύπαρξης και από ό,τι κακό συνεπάγεται αυτό το πικρό βίωμα. Όμως, σε τούτο διαφέρουν από τους άλλους. Ότι πασχίζουν να αναρριχηθούν επάνω από το αδιέξοδο που παρουσιάζει το νοητικό πεδίο. Όταν κάποτε, έπειτα από άπειρα ολισθήματα, καταφέρουν να σταθεροποιηθούν στο επίπεδο το επάνω από τη σκέψη, όλα τα προβλήματα του αδιεξόδου εξαφανίζονται, αφού είναι προϊόντα του νοητικού πεδίου. Εκεί πάνω υπαρξιακό πρόβλημα δεν υπάρχει. Πολλά από τα μυστικά του σύμπαντος και της ανθρώπινης φύσης τους αποκαλύπτονται σαν το φως της ημέρας. Ο άνθρωπος γίνεται «μεταφυσικός» ενώ πριν ήταν «φυσικός». Γίνεται επίσης «πνευματικός» ενώ πριν ήταν διανοητικός και λανθασμένα απέδιδε στη διανόησή του πνευματικότητα. Οι συγκεχυμένες έννοιες του νου ξεκαθαρίζονται στη στιγμή και η σύγχυση είναι κάτι το αδιανόητο. Τώρα η έμπνευση δεν χρειάζεται αφού κολυμπά κανείς μέσα σε εκείνο ακριβώς το πεδίο που τα ψίχουλά του, όταν πέφτουν στην περιοχή του νου, οι άνθρωποι τα ονομάζουν έμπνευση και Μούσα. Η κραδασμική του συχνότητα υψώνεται πολύ και για αυτό μεταδίδουν την ίδια δόνηση με τη δική του. Αυτός μπορεί να είναι και ε ί ν α ι δικαιωματικά ο πραγματικός κριτής της τέχνης, όπως και κάθε εκδήλωσης τόσο του νοητικού όσο και των ανώτερων επιπέδων. Από την άλλη, δέχεται και αυτός, με τη σειρά του, ψίχουλα έμπνευσης από ανώτερά του πεδία και για αυτό μπορεί να εκφράσει ή το δικό του πεδίου καθαρά ή τα ανώτερά του επίπεδα λιγότερο καθαρά. Αλλά σ’ αυτή του την έκφραση συναντά δυσκολίες που ούτε τις υποπτεύονται οι καλλιτέχνες οι οποίοι ζουν στο συνηθισμένο επίπεδο. Η αιτία είναι ότι αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει τον προφορικό ή τον γραπτό λόγο, το χρώμα, το σχήμα, τον ρυθμό. Αλλά για να εκφράσει νοήματα άγνωστα στους ανθρώπους του νοητικού επιπέδου, θα πρέπει να σπάσει τα καλούπια που έχει χαλκέψει το νοητικό πεδίο. Αυτό όμως δεν είναι απλό. Γιατί το νοητικό έχει κατασκευάσει τα λεγόμενα αισθητικά πρότυπα και δεν συγχωρεί τις παρεμβάσεις. Είναι έτοιμο να κολλήσει την ετικέτα του άσχημου, του κακόγουστου, ακόμα και του ανόητου, σε ό,τι καλύτερο και υψηλότερο μπορεί να επιδείξει η γη. Έχει την τόλμη και την έπαρση να κρίνει και να κατακρίνει κάτι που είναι ανίκανο να συλλάβει. Κι όμως, αυτή είναι μια πιστή εικόνα της πραγματικότητας.
Αλλά ας συνεχίσουμε τη σκιαγράφηση του ανθρώπου ο οποίος έχει περάσει πέρα από το νοητικό πεδίο με το σύμφυτο σ’ αυτό το υπαρξιακό άγχος. Αυτός ο άνθρωπος δεν σταματά την αναρρίχησή του. Ανακαλύπτει όλο και υψηλότερα πεδία, όλο και υψηλότερες αλήθειες. Αλήθειες «μεταφυσικές» που περιλαμβάνουν ωστόσο τις αλήθειες του φυσικού κόσμου. Γνωρίζει την αλήθεια για την ύπαρξη του Θεού από πρώτο χέρι και όχι από εικασία, φόβο, ελπίδα, διαίσθηση ή έστω λογική, όπως κάνουν οι άνθρωποι του νοητικού πεδίου. Κι αν θελήσει να εκφράσει μέρος αυτών των αληθειών στους ανθρώπους που ζουν στο πιο κάτω σκαλοπάτι, η πράξη του αυτή, αν γίνει με καλλιτεχνική μορφή, δεν θα υπαγορεύεται από την ανάγκη να καταλύσει τη μοναξιά του με μια προσπάθεια εισχώρησης μέσα στους άλλους, αφού μοναξιά δεν υπάρχει για όσους ξεπεράσουν το συνηθισμένο επίπεδο- αλλά από την υπερβατική επιταγή της θεοφάνειας. Μιλήσαμε προηγούμενα για ανθρωποφάνεια. Τώρα μιλάμε για Θεοφάνεια. Γιατί, αν κάτι έχει να πει ένας τέτοιος άνθρωπος, αυτό το κάτι φανερώνει το Θεό και τη σχέση του κάθε πλάσματος με Αυτόν. Μ’ αυτή την έννοια, η τέχνη, αυτή η Τέχνη, έχει ένα νόημα και μεταφέρει ένα υψηλό μήνυμα. Αυτό το υψηλό μήνυμα ντύνεται τη μορφή που του ταιριάζει και με αυτήν εμφανίζεται. Και αυτή η μορφή ίσως να καταλύει όλους τους κανόνες της αισθητικής. Επειδή το «κάλλος» ίσως να νοείται διαφορετικά εκεί.
Και τώρα, σαν κατακλείδα, θα μπορούσαμε να ευχηθούμε να πληθύνουν οι άνθρωποι που καταλαβαίνουν την κραδασμική ομιλία της τέχνης, αφού αυτοί είναι εκείνοι που δικαιώνουν όχι μόνο την ανθρωποφάνεια, αλλά που δίνουν ελπίδες και για μια μελλοντική Θεοφάνεια.»
