Η γλώσσα της σιωπής

Στο γραφείο η Τούλα είχε ένα νευρικό ξέσπασμα.

«Λόγια, λόγια, λέξεις, λέξεις» ακούστηκε να λέει σε μια στιγμή.

Η Θ. στήλωσε με απορία τα μάτια της επάνω της. Η Τούλα της έριξε μια ματιά και συνέχισε:

«Ώρες τώρα αραδιάζω λέξεις και προσδιορισμούς. Βαρέθηκα. Ποιος αλήθεια να βρήκε τις λέξεις; Γιατί να χανόμαστε στον λαβύρινθό τους; Δεν υπάρχει περίπτωση να λειτουργήσουμε χωρίς να ονοματίζουμε τα πάντα;»

Τα μάτια της καρφώθηκαν στη Θ., περιμένοντας την απάντηση.

Η Θ. δυσκολευόταν να πιστέψει ότι η Τούλα είχε σκεφτεί τέτοιο πράγμα. Σίγουρα κάπου θα το είχε ακούσει.

«Ποιος το είπε αυτό, Τούλα;» τη ρώτησε.

Η Τούλα άφησε να της ξεφύγει ένα νευρικό γελάκι. Σήκωσε τους ώμους της και αποστρέφοντας το κεφάλι της αποκρίθηκε.

«Τι ερώτηση! Εγώ το λέω.»

Η Θ. έμεινε σιωπηλή. Η Τούλα δαγκώθηκε.

«Αν σου πω ποιος το είπε, θα μου απαντήσεις;»

«Εξαρτάται από τη σοβαρότητα εκείνου που διατύπωσε αυτές τις σκέψεις» έκανε η Θ.

Η Τούλα άνοιξε το συρτάρι της και έβγαλε ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο.

«Εδώ μέσα τις βρήκα,» δήλωσε. «Δεν ξέρω αν θα βρεις αρκετά σοβαρό τον συγγραφέα.»

Η Θ. έριξε μια ματιά. Ο συγγραφέας ήταν ξένος και έμπειρος σε εσωτερικά θέματα.

Η Τούλα αμέσως διέκρινε την έγκριση της Θ.

«Λοιπόν,» ρώτησε.

«Τι λοιπόν;»

«Περιμένω να απαντήσεις στην ερώτησή μου.»

«Δεν νομίζω ότι σε απασχολεί το θέμα,» δήλωσε η Θ.

Η Τούλα ταράχτηκε.

«Πότε θα πάψεις επιτέλους να με υποτιμάς; Το θέμα σου λέω με ενδιαφέρει. Και θέλεις να μάθεις γιατί; Επειδή κάθε μέρα διαπιστώνω ότι δεν επικοινωνώ με τους ανθρώπους, κι ας λέω λόγια, κι ας ακούω λόγια. Είμαι απομονωμένη, καταλαβαίνεις;»

Η Θ. την άκουγε σωπαίνοντας.

Η Τούλα άνοιξε ξανά το συρτάρι της κι έβγαλε μια κόλλα χαρτί.

«Το βλέπεις αυτό εδώ;» έκανε, δείχνοντας ένα κείμενο στη Θ.

«Βλέπω κάτι γραμμένο στην κόλλα,» είπε η Θ.

«Σωστά μάντεψες. Ε, λοιπόν, είναι το τελευταίο μου ποίημα. Θα ήθελες να το ακούσεις;»

«Ας το ακούσω,» συγκατένευσε με ελαφρό αναστεναγμό, η Θ.

Η Τούλα πήρε το ανάλογο ύφος και άρχισε να απαγγέλλει. Σιγά-σιγά η Θ. ένιωσε να την τυλίγει η λεπτή κι απεγνωσμένη γοητεία του. Γιατί απεγνωσμένη; Επειδή περιέγραφε την αφόρητη μόνωση του ανθρώπου. Οι λέξεις έβγαιναν σαν ατέλειωτη ταινία από το στόμα του και τον τύλιγαν ώσπου τον ακινητοποιούσαν. Φώναζε «βοήθεια!», αλλά κανένας δεν ερχόταν να τον σώσει, αφού όλοι είχαν ακινητοποιηθεί από την ταινία των λόγων τους. Η ζωή είχε την όψη κόλασης. Η ανάγκη για αποδέσμευση από τις λέξεις ήταν συντριπτική. Μαζί με το όραμα μιας μη-λεκτικής όασης μέσα στην έρημο της λεκτικής έλλειψης επικοινωνίας. Το ποίημα τέλειωνε με έναν ρόγχο αγωνίας.

Τα μάτια της Τούλας είχαν γίνει γυάλινα. Το χρώμα είχε φύγει από το πρόσωπό της. Η Θ. ένιωθε συγκλονισμένη.

«Τι λες τώρα;» ήρθε η ερώτηση της Τούλας έπειτα από ενός λεπτού σιγή. «Είναι ή δεν είναι και δικό μου πρόβλημα;»

«Το ποίημα δείχνει ότι είναι. Αλλά θα περίμενε κανείς από σένα, έπειτα από ένα τόσο παραστατικό ποίημα, με τόσες εικόνες, να έχεις βρει μόνη σου την απάντηση.»

«Έλα όμως που δεν την έχω βρει! Αν την είχα βρει, νομίζεις ότι θα σου ζητούσα να με φωτίσεις; Εμπρός, λοιπόν, εξήγησέ μου.»

Η Θ. πήρε βαθιά ανάσα προτού μιλήσει.

«Είναι η γνωστή ιστορία, Τούλα. Θυμάσαι τον δακτύλιο και τη φωτεινή εστία;»

Η Τούλα κούνησε το κεφάλι της. Πώς δεν θυμόταν!

«Ε, λοιπόν, ο λαβύρινθος των λέξεων, της ονομάτισης των πραγμάτων, ανήκει στον δακτύλιο. Και η μη-λεκτική επικοινωνία στην όαση που βρίσκεται στο βάθος. Δεν είναι απλό;»

«Μμμ… όχι και τόσο. Γιατί, πώς είναι δυνατό να επικοινωνήσει κανείς χωρίς να ονοματίσει;»

«Το γεγονός είναι ότι υπάρχει μη-λεκτική επικοινωνία, αλλά όποιος δεν τη ζει δυσπιστεί απέναντί της και υποβάλλει ερωτήσεις σαν τη δική σου.»

«Μα δεν είναι φυσικό να έχω απορίες;»

«Φυσικό είναι, όπως επίσης είναι φυσικό να σου απαντήσω ότι απορίες σαν αυτές δεν λύνονται με λεκτικές εξηγήσεις, αλλά με την έμπρακτη είσδυση στην κεντρική εστία. Μόνο τότε θα λυθούν οι απορίες σου.»

Η Τούλα έδειχνε μουδιασμένη. Δεν περίμενε να ακούσει αυτά που άκουσε από τη Θ.

«Ίσως έχεις δίκιο,» συμφώνησε. «Υποθέτω ότι εσύ επικοινωνείς από εκεί. Αλλά τότε πως…» είπε και σώπασε.

«Ξέρω τι θες να πεις. Τότε πώς γίνεται και χρησιμοποιώ λέξεις. Αυτό δεν θέλεις να πεις;»

Η Τούλα συγκατένευσε.

Η Θ. γέλασε.

«Δεν μου λες, θα μπορούσες να επικοινωνήσεις με τη σιωπή μου;» τη ρώτησε.

«Όχι, προς Θεού, μην επιχειρήσεις να μείνεις βουβή, δεν το αντέχω,» φώναξε η Τούλα.

«Καλά, λοιπόν, θα σιωπήσω όταν μετακομίσεις κι εσύ στη χώρα της Σιωπής.»

«Μπρρ,» έκανε. «Δεν νομίζω ότι θα θελήσω ποτέ να μετακομίσω σε τέτοια χώρα. Αγαπώ βλέπεις τον θόρυβο, τον σαματά…»

«Ακριβώς,» επικύρωσε η Θ. «Αυτό εννοούσα όταν έλεγα ότι δεν είχες τέτοιο πρόβλημα.»