«Αν υπάρχουν αλλού ζωντανά πλάσματα» συλλογίστηκε «ποιος ξέρει αν το επίπεδό τους είναι υψηλό και πόσο υψηλότερο από το δικό μας το οποίο, εδώ που τα λέμε, είναι απελπιστικά χαμηλό.»
«Και τι έχεις να πεις για τον Χριστό, για τον Βούδδα και τους όμοιούς τους;» ακούστηκε να ρωτά η Ε.
Κάτι χτύπησε άσχημα στη Θ. Πρόσεξε καλύτερα και διέκρινε ότι το είναι της είχε πιάσει ένα τεράστιο σφάλμα στη διατύπωση της Ε., ένα σφάλμα που σχεδόν όλοι το διαπράττουν.
«Ο Χριστός είναι εντελώς ειδική περίπτωση. Με τίποτα δεν σηκώνει σύγκριση με τον Βούδδα ή με άλλους τελειωμένους ή φωτισμένους ανθρώπους.»
Η Ε. άκουγε με έκπληξη την άθεη Θ. να ξεχωρίζει με αυτά τα λόγια τον Χριστό.
«Εξηγούμαι» συνέχισε η Θ. «Άλλοι ιδρυτές θρησκειών ήταν ά ν θ ρ ω π ο ι. Βλέπω τι θα με ρωτήσεις. Μην κάνεις τον κόπο. Θα μου πεις, γιατί, ο Χριστός δεν ήταν άνθρωπος;»
«Ακριβώς» συμφώνησε η Θ.
«Αν με άνθρωπο εννοείς ένα ον με σάρκινο περίβλημα. ασφαλώς ήταν. Εγώ όμως, αναφέρομαι στην εσωτερική καταγωγή των τελειωμένων. Αλλά ίσως να μην σε ενδιαφέρουν οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις» έκανε και σώπασε.
Οπότε, ξέσπασε η Ε.
«Αστειεύεσαι; Αυτές ακριβώς με ενδιαφέρουν καίρια. Σε παρακαλώ, Θ., άσε τα αστεία και συνέχισε. Τι σου ήρθε και σταμάτησες στο πιο νευραλγικό σημείο;»
«Καλά, μην κάνεις έτσι, είμαι έτοιμη να συνεχίσω. Υπάρχουν λοιπόν όντα (εσωτερικά όντα, εννοώ) που κατεβαίνουν άνωθεν και όντα που ανεβαίνουν από κάτω. Τα δεύτερα είναι ανθρώπινα όντα που, με πολλές και ποικίλες προσπάθειες, τελειώνονται. Κι έτσι, αξιώνονται να αγγίξουν έξω-ανθρώπινες σφαίρες. Αλλά η βάση τους, η καταγωγή τους, παραμένει ανθρώπινη. Είναι ξεκάθαρα τα πράγματα ως εδώ;»
«Κάτι παραπάνω από ξεκάθαρα. Αλλά μίλα μου για τον Χριστό. Τι συμβαίνει στη δική του περίπτωση;»
Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Κατέβηκε από τα πιο υψηλά και άγια δώματα και φόρεσε ανθρώπινο επενδύτη. Η δική του βάση είναι ο ουρανός και όχι η γη. Αυτός κατέβηκε, δεν ανέβηκε. Αυτός ζημιώθηκε, μειώθηκε, έγινε ατελής εξωτερικά, ενώ οι άλλοι, οι άνθρωποι, γίνονται όλο και πιο τέλειοι όσο ανεβαίνουν. Ας πούμε, λοιπόν, ότι κάποιοι τελειωμένοι ιδρύουν θρησκείες στηριγμένες στις αλήθειες που συνάντησαν στην υψηλή περιοχή όπου έφτασαν. Βάλε τώρα πλάι τους τη θρησκεία που ιδρύει ένας -ο Χριστός πχ- που προέρχεται κατ’ ευθείαν από τους κόλπους του Πατρός και γνωρίζει ό,τι και ο Πατήρ. Επόμενο δεν είναι ότι η θρησκεία του θα είναι διαφορετική από τη θρησκεία των άλλων;»
«Αυτό το βρίσκω πολύ λογικό,» συμφώνησε η Ε. η οποία δεν είχε ακόμα αποβάλλει την έκφραση της έκπληξης που της προκαλούσε η Θ. μιλώντας τόσο στοχαστικά για τον Χριστό. Συνέχισε με μιαν ερώτηση.
«Και πώς θα είναι η θρησκεία με ιδρυτή μια Γαλαξιακή ή Πνευματική ή Αγγελική Οντότητα; Κι αυτές οι Οντότητες κατέρχονται από ψηλά, δεν είναι έτσι;»
«Ασφαλώς. Και η θρησκεία τους θα φέρνει τη σφραγίδα του τόπου της καταγωγής τους.»
«Ένα δεν καταλαβαίνω. Αν ένας τελειωμένος άνθρωπος φτάσει στην περιοχή της Γαλαξιακής σου οντότητας και ιδρύσει την ανάλογη θρησκεία στη γη, αυτή θα μοιάζει με θρησκεία την οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να ιδρύσει ένα ον που θα έχει γίνει ενδιαίτημα της Γαλαξιακής Οντότητας;»
«Δεν νομίζω,» ήρθε η αυθόρμητη απάντηση της Θ.
«Δεν νομίζεις; Γιατί; Αφού η περιοχή και οι αλήθειες της θα είναι οι ίδιες.»
«Κι όμως, θα υπάρχει τεράστια ποιοτική διαφορά, ακόμα κι αν οι αλήθειες που φανερώνονται είναι ίδιες,» τη βεβαίωσε η Θ.
«Μα γιατί;» επέμενε η Ε.
«Γιατί η Οντότητα έχει άλλο κύρος. Έχει βαρύτητα, αυθεντικότητα, ό,τι θα επαγγελθεί θα είναι δικό της, αίμα από το αίμα της και σάρκα από τη σάρκα της. Ενώ για τον άλλον, οι αλήθειες θα είναι εμβόλιμες, δανεικές, όσο κι αν τον έχουν διαποτίσει. Επομένως, θα ιδρύσει μια θρησκεία που είναι ζωή κάποιου άλλου. Με άλλα λόγια, θα ιδρύσει μια θρησκεία από δεύτερο χέρι.»
«Α, σαν να αρχίζω να καταλαβαίνω» έκανε η Ε. «Δεν ξέρεις πόσο με εκπλήσσει το ότι υπάρχουν Οντότητες οι οποίες κατέρχονται σε ένα ανθρώπινο ον και σκηνώνουν μέσα του για να εκτελέσουν κάποιον έργο ανάμεσα στους ανθρώπους. Ζούμε, λοιπόν, σε έναν κόσμο γεμάτον θαύματα.»
«Ναι, αυτός είναι πραγματικά ο κόσμος του Θαυμαστού», συμφώνησε και συμπλήρωσε η Θ. ενώ ενδόμυχα σκεπτόταν.
«Το είναι μου στρέφεται επίμονα γύρω από τον εξώτερο χώρο, τα Όντα του και τις ενσωματώσεις των Οντοτήτων στους κατάλληλους ανθρώπινους φορείς για την εκτέλεση κάποιου έργου. Και τώρα που διέκρινα την έξω-γήινη και θεία προέλευσή της θρησκείας του Χριστού, η μέχρι τώρα εχθρική μου στάση στη θρησκεία αρχίζει να τροποποιείται. Νιώθω και πάλι να κυριαρχεί μέσα μου η έλξη προς τη Θεία Κοινωνία.»

