Ένα βράδυ η Θ. ένιωσε την ώθηση να προσευχηθεί. Με «ώθηση» εννοούσε ένα είδος ενέργειας, συσσωρευμένης στο βάθος της, που έσπρωχνε για να βγει και να ανεβεί ίσια προς τον Δημιουργό, χωρίς σταθμό, χωρίς διάχυση.
Η Θ. δεν ήξερε πώς προσεύχεται ο κόσμος. Αλλά δεν πτοήθηκε. Άφησε την «ώθηση» να προσευχηθεί καθώς θα ανέβαινε από τα βάθη της. Άκουσε, λοιπόν, τα χείλη της να προφέρουν αυτά τα λόγια:
«Θεέ, με όλη τη ζέση και την ορμή μου, Σε παρακαλώ να ανοίξεις το «Μάτι», να μου επιτρέψεις να εισέλθω και να δω τον Κόσμο Σου, το φωτεινό και άχρονο Βασίλειό Σου, να περικλείει τα πάντα. Σκούπισε τη λάσπη από τα μάτια μου, όπως έκανες σε τόσους τυφλούς, και άσε με να αντικρίσω την άγια περιοχή Σου. Μέχρι τώρα, χόρταινα με την τροφή των αποκαλύψεων, τον άρτο εξ ουρανού, που μου έριχνες από ψηλά, αλλά τώρα που φύτεψες μέσα μου τη δίψα για πλήρη θέαση του Βασιλείου Σου, τώρα που με έκανες να κορεστώ με τα ψυχία που μου έχεις προσφέρει, Σε παρακαλώ δυνάμωσε τη δίψα μου, κάνε με να χτυπώ αδιάκοπα την Πύλη Σου, ζητώντας να μου ανοίξεις!»
Ξέσπασε σε λυγμούς που την τράνταξαν για πολλή ώρα.
«Ο κόσμος τούτος δεν έχει πια άλλες χαρές για μένα. Τον τρύγησα, τον στράγγιξα, τον ξεζούμισα, τον αφομοίωσα, τον μετέτρεψα σε καθαρή ενέργεια. Όλη η ομορφιά έχει τώρα συγκεντρωθεί ΕΚΕΙ, αφήνοντάς με κουρελή ζητιάνο έξω από τις Πύλες», σκέφτηκε.
***
Παρ’ όλ’ αυτά, όταν συνάντησε ξανά τον Ζ., λησμόνησε τον «Θεό» και συγκέντρωσε όλη της την ενέργεια σ’ ένα θνητό ον.
Η ζεστασιά του Ζ., ήταν άλλο πράγμα εκείνο το βράδυ. Η τρυφερή περιποιητικότητα και φροντίδα του εισχωρούσε σαν βάλσαμο στην καρδιά της Θ. Τον κοίταζε με ευγνωμοσύνη, σαν να της είχε χαρίσει την Βασιλεία που της αρνιόταν ο Θεός. Εκείνος την κοίταζε με λατρεία. Προτού αποχωριστούν εκείνο το βράδυ, έσμιξαν σαν να έσμιγαν δύο αγγελούδια. Τα μάτια της Θ. είχαν βουρκώσει. Ο Ζ. συγκρατιόταν με κόπο.
***
Την άλλη μέρα όμως, που έκανε αναδρομή στη σκηνή, την έπνιξε ο κόρος. Πήρε μολύβι και χαρτί και έγραψε.
«Ο Θεός είναι η μόνη αληθινή καταφυγή του ανθρώπου. Οι άλλοι άνθρωποι δεν γίνεται να μην μας απογοητεύσουν. Δεν είναι δυνατό να υποκαταστήσει κανείς το Μέγιστο με το ελάχιστο, γιατί τότε σκάβει τον λάκκο του. Μόνο στο Ανεκδήλωτο μπορεί να βρει κανείς μόνιμες και αλάθητες αξίες, μόνιμη και αγνή Αγάπη, μόνιμη αρωγή, μόνιμη καθοδήγηση, μόνιμη έμπνευση. Αυτός είναι ο λόγος που θα πρέπει να «θυσιάσει» κανείς το σχετικό, το ανθρώπινο, το ατελές, για να κερδίσει το Τέλειο, να χάσει την ανθρώπινη «ψυχή» του για να βρει την αληθινή, να εγκαταλείψει αυτό τον κόσμο για να κερδίσει την Βασιλεία των Ουρανών.»
Κι αμέσως μετά, πιδάκισε από το βάθος της η δεύτερη προσευχή της ζωής της.
«Θεέ, Σ’ ευχαριστώ για τα χτυπήματα που μου έδινες κάθε φορά που Σε λησμονούσα και έστρεφα τον προβολέα μου σε κάποιο ατελές ανθρώπινο ον για να Σε υποκαταστήσω, για να αναζητήσω σε εκείνο τις δικές Σου μόνιμες και τέλειες ιδιότητες τις οποίες ποθεί το είναι μου. Σε ικετεύω, χτύπα με πιο δυνατά κάθε φορά που ξεχνώ τον σκοπό της ζωής μου, που είσαι ΣΥ, κάθε φορά που λατρεύω τα πράγματα αυτού του ατελούς κόσμου. Σε παρακαλώ, κέρδισέ με σε Σένα, στην άπειρη Αγάπη και Σοφία Σου, στην άφατη Αγνότητα, Τελειότητα και Ακεραιότητά Σου. Μόνο όταν ενωθεί κανείς μαζί Σου αποκτά μέρος από τη δική Σου τελειότητα. Όσο μένει χωρίς Εσένα, παραμένει ατελής, αφού ο μόνος Τέλειος, εξ ορισμού είσαι ΣΥ, Θεέ. Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ατελής και χωρίς Εσένα παραμένει ατελής. Συνδεόμενος με Σένα, τον Τέλειο, αποκτά μία δευτερογενή τελειότητα. Κι αν κανείς διψά και πεινά για τελειότητα, αγνότητα, Αγάπη, Σοφία, αιωνιότητα, θα πρέπει να το κάνει έργο ζωής να ενωθεί με την Πηγή κάθε Τελειότητας, κάθε Αγιότητας, κάθε Αγάπης…»

