Στην ανατολική παράδοση της Ασίας, στον βουδισμό, το πνεύμα μπορεί να εξελιχθεί ή να επιστρέψει σε ένα από τα έξι βασίλεια: είτε ως θεός στον παράδεισο (devas), είτε ως άνθρωπος, και αυτός θεωρείται ο πιο ευλογημένος τρόπος για να γυρίσει ένας κοινός θνητός καθώς συνεπάγεται ότι έχει μία ακόμη ευκαιρία να βρει τη φώτιση και την ελευθερία, είτε ως θυμωμένο πνεύμα (asuras), είτε ως πεινασμένο πνεύμα (pretas), είτε στο βασίλειο των ζώων, είτε στο βασίλειο της κόλασης η οποία πάντως δεν κρατάει αιώνια.
Στην ιαπωνική παράδοση ειδικότερα, όλοι οι άνθρωποι έχουν ένα πνεύμα ή μία ψυχή και μόλις το σώμα πεθάνει το άυλο αυτό μέρος μας, το αφήνει για να εισέλθει σε ένα είδος καθαρτηρίου, όπου εκεί περιμένει να του γίνει μια κανονική και πλήρης τελετή καθώς και όλα τα λειτουργικά που ακολουθούνται μετά την κηδεία, προκειμένου να μπορέσει να συναντήσει τους προγόνους του. Να επιστρέψει σπίτι του. Αν όλα αυτά γίνουν σωστά, πιστεύεται ότι εκείνη η ψυχή προστατεύει την οικογένεια της, όπως προστατεύθηκε και η ίδια, και μάλιστα κάθε χρόνο τον Αύγουστο επιστρέφει προκειμένου να ευχαριστήσει τους δικούς της για όλα όσα έκαναν για εκείνη.

Ωστόσο, αν το άτομο αυτό πεθάνει με έναν ξαφνικό ή βίαιο τρόπο, με δολοφονία ή αυτοκτονία, ή εάν τα τελετουργικά δεν έχουν εκτελεστεί ή αν όταν τη στιγμή που πεθαίνει παρέμενε επηρεασμένο από έντονα συναισθήματα όπως η επιθυμία για εκδίκηση, αγάπη, ζήλια, μίσος ή θλίψη, τότε η ψυχή του νεκρού (ή το πνεύμα του) μετατρέπονται σε yūrei, το δικό μας «φάντασμα» το οποίο επιστρέφει στον φυσικό κόσμο. Εκείνη η σκέψη που θα κυριαρχεί στο μυαλό του ανθρώπου λίγο πριν πεθάνει, θα κάνει το φάντασμα που επιστρέφει να θέλει να την πραγματοποιήσει πριν γυρίσει στον κύκλο των μετενσαρκώσεων.
Τότε το yūrei κυκλοφορεί στη Γη μέχρι να μπορέσει να αναπαυθεί, είτε με το να εκτελεστούν κανονικά όλα τα τελετουργικά που δεν έγιναν, είτε με το να λυθεί η συναισθηματική σύγκρουση που το κρατάει στα εγκόσμια. Σε διαφορετική περίπτωση το yūrei θα συνεχίσει το κυνήγι του.
Αυτό είναι σε γενικές γραμμές και το «πνεύμα» της «Θάλασσας από δέντρα», της νέας ταινίας του Γκας Βαν Σαντ, η οποία χλευάστηκε παραδειγματικά στο περσινό φεστιβάλ των Καννών. Και όχι μόνο. Η ταινία έχει χτίσει γύρω της ένα τοίχος από μισητά σχόλια και δριμύτατες κριτικές ειδικών και μη, που πολύ θα ήθελαν να σπάσουν την κάμερα του σκηνοθέτη και να μοιράσουν τα κομμάτια της στο πεινασμένο κοινό της.

Η ιστορία διαδραματίζεται κυρίως στο Αοκιγκαχάρα, επίσης γνωστό και ως το «Δάσος των Αυτοκτονιών» ή το «Δάσος των Δαιμόνων» στην Ιαπωνία. Πρόκειται για το τέλειο μέρος να πεθάνει κανείς, το μέρος που υποσχέθηκε ο Μάθιου Μακόνεχι στη Ναόμι Γουότς να βρει όταν θελήσει κάποια στιγμή, όπως εύστοχα πρόβλεψε η γυναίκα του, να αυτοκτονήσει, σαν να της το εκμυστηρεύτηκε μια κρυμμένη στα βάθη της ψυχής της γνώση.
Και ενώ η εντύπωση που μένει στον θεατή από το τρέηλερ μέχρι και το τέλος της ταινίας είναι πως πρόκειται για τον αγώνα που δίνει εκείνος για να αντιμετωπίσει την απώλεια και τους προσωπικούς του δαίμονες, στην πραγματικότητα η ιστορία αφορά την ψυχή της νεκρής γυναίκας του και πώς μέσω της αγάπης καταφέρνουν τελικά να απελευθερωθούν και οι δύο.
Και μπορεί το έργο πράγματι να μην είναι το απόλυτο αριστούργημα της δεκαετίας, και μπορεί επίσης πράγματι κάποια στοιχεία από την αλληγορία που επιχειρεί να περάσει να τα δίνει λίγο πιο χοντροκομμένα. Όμως σε καμία περίπτωση δεν αξίζει την άδικη μεταχείριση που του επιφύλαξε ο κόσμος των κριτικών, που απέδειξε για μία ακόμη φορά ότι η γνώμη του είναι μόνο αυτό, μία ακόμη γνώμη.
