Μπάιρον

Τους έχει πει να μελετήσουν το ποίημα Ο Λάρα. Δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγει το ποίημα. Διαβάζει δυνατά: 

He stood a stranger in this breathing world,
An erring spirit from another hurl’d;
A thing of dark imaginings, that shap’d
By choice the perils he by chance escap’d;  

(Στης αναπνοής τον κόσμο ξένος είχε αυτός σταθεί, 

ένα πνεύμα πλανεμένο π’ απ’ αλλού είχε ριχθεί.

Ζοφερές του φαντασιώσεις κίνδυνους είχαν διαλέξει

απ’ αυτούς όμως τυχαία είχε μοναχός ξεμπλέξει.)

«Ποιος θα μου σχολιάσει αυτούς τους στίχους; Ποιο είναι αυτό το «πλανεμένο πνεύμα»; Γιατί ο ποιητής αυτοαποκαλείται «πράγμα»; Από ποιον κόσμο έρχεται;»

Έχει πάψει από καιρό να τον εκπλήσσει η έκταση της άγνοιας των φοιτητών του. Γόνοι της μεταχριστιανικής, μεταϊστορικής, μεταλόγιας εποχής, που καλά καλά δεν έχουν σκάσει από τ’ αβγό. Δεν περιμένει λοιπόν, να έχουν ιδέα για έκπτωτους αγγέλους ή πού μπορεί να είχε διαβάσει σχετικά γι’ αυτούς ο Μπάιρον. Το μόνο που περιμένει είναι μια σειρά καλοπροαίρετες υποθέσεις, τις οποίες μπορεί, με τη βοήθεια της τύχης, να καθοδηγήσει εκεί που πρέπει. Αλλά σήμερα έχει απέναντί του τη σιωπή, μια πεισματική σιωπή που μοιάζει να συγκλίνει γύρω από τον παρείσακτο στο κέντρο της τάξης. Δεν πρόκειται να μιλήσουν, δεν πρόκειται να παίξουν το παιχνίδι του όσο ο παρείσακτος βρίσκεται εκεί και ακούει, κρίνει και σαρκάζει.

«Ο Εωσφόρος», λέει. «Ο άγγελος που διώχθηκε από τους ουρανούς. Ελάχιστα γνωρίζουμε για το πώς ζουν οι άγγελοι, σίγουρα, όμως, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι δεν χρειάζονταν οξυγόνο. Στον τόπο του, ο Εωσφόρος, ο σκοτεινός άγγελος, δεν χρειάζεται να αναπνέει. Ξαφνικά, όμως βρίσκεται σε αυτό τον παράξενο κόσμο μας, τον κόσμο της ‘αναπνοής’. ‘Πλανεμένος’: μια ύπαρξη που επιλέγει να ακολουθήσει το δικό της δρόμο, που ζει επικίνδυνα, δημιουργώντας κινδύνους ακόμα και για τον ίδιο της τον εαυτό. Ας διαβάσουμε παρακάτω.»

– Ατίμωση

Τζ. Μ. Κούτσι