Είχαν φτάσει στο δρόμο των Ηλυσίων Πεδίων. Ένα αεράκι ελαφρύ περνούσε γλυκά μέσα απ’ τα φύλλα και γλιστρούσε πότε πότε στα πρόσωπα σαν την γλυκιά πνοή μιας τεράστιας βεντάλιας που κρέμεται σε κάποιο σημείο του ουρανού. Βουβές σκιές πλανιόντουσαν κάτω απ’ τα δέντρα κι άλλες πάνω στους πάγκους σχημάτιζαν σκοτεινές κηλίδες. Κι αυτές οι σκιές μιλούσαν πολύ σιγά, σαν να έλεγαν μεταξύ τους κάποια μυστικά γεμάτα ντροπή ή ενδιαφέρον.
«Υβέτ»
