Και στην Ελλάδα, κάθε θυσία συνοδευόταν από συμπόσιο, όπου οι πιστοί έτρωγαν το κρέας του σφάγιου, αφήνοντας στον θεό τα κόκαλα και την κνίσα. Και στην Ελλάδα, οι λιγότερο θρησκευόμενοι απέβλεπαν κυρίως, σε κάθε θυσία, στο συμπόσιο που θα επακολουθούσε. Η διαφορά έγκειται ότι στο συμπόσιο αυτό οι Έλληνες διασκέδαζαν μεταξύ τους, δεν είχαν τον θεό για συνδαιτυμόνα τους. Οι θνητοί και το κραταιό γένος των θεών κρατούσαν μεταξύ τους αποστάσεις. Συνέβαινε κάποιος θεός να επισκεφθεί μια ελληνική πόλη. Η πόλη τοποθετούσε το ομοίωμά του σε κάποιο ανάκλιντρο και του σέρβιραν, όπως στην Παλμύρα, αλλά κανένας δεν καθόταν δίπλα στον ξένο. Αντίθετα, στην Παλμύρα, στην Αίγυπτο, στην Ανατολή, μια καλοπροαίρετη οικειότητα συνένωνε γύρω από το ίδιο τραπέζι τους πατριαρχικούς θεούς και τους στοργικούς και αφοσιωμένους πιστούς τους.
Ωστόσο, ας μην χάνουμε την αίσθηση της γενικευμένης μικρότητας που επικρατούσε. Τα συμπόσια αυτά ήταν ίσως συγκεντρώσεις που τις πυροδοτούσε η αόρατη παρουσία ενός θεού ή εύθυμα ξεφαντώματα με κρέας, στα οποία οι περισσότεροι συμποσιαστές συμμετείχαν, πιθανόν, μόνο στις περιστάσεις αυτές, μία ή δύο φορές το χρόνο; Μπορούμε να πιστέψουμε ότι υπήρχε πλήθος ευσεβών; Ή ότι υπήρχε έντονη μαζική παρουσία;
Πρόκειται για έναν πρωτότυπο τρόπο λατρείας των θεών. Αντίθετα, αν εξετάσουμε τη λατρεία των νεκρών, οι αντιλήψεις των Παλμυρηνών για τη μετά θάνατον ζωή δεν διέθεταν τίποτε το ιδιαίτερο, τίποτε ανατολίτικο και δεν ήταν ανώτερες από εκείνες της υπόλοιπης Αυτοκρατορίας. Μπορούμε να κρίνουμε με βάση μόνον τις εικόνες που διακοσμούν τους τάφους τους, οι οποίες, ωστόσο, αποτελούν δάνεια από την Ελλάδα. Πρόκειται για τις σκηνές των λεγόμενων νεκρόδειπνων, που απαντούν σε όλη την Αυτοκρατορία, και οι επιτύμβιες επιγραφές των οποίων μας πληροφορούν ότι απεικονίζουν τον νεκρό να διασκεδάζει όπως διασκέδαζε και ζωντανός. Στην Παλμύρα, όπως και παντού, βλέπουμε τον νεκρό ξαπλωμένο σε ανάκλιντρο, να κρατά κύπελλο στο χέρι, ενώ η σύζυγός του περιορίζεται σε ένα κάθισμα που αρμόζει στη σεμνότητα του φύλου της, χωρίς να πίνει κάτι. Τα συμπόσια αυτά δεν τοποθετούνται στη μετά θάνατον ζωή, αλλά είναι εικόνες της ζωής δαψιλούς σχολής που απόλαυσε ο πλούσιος νεκρός, οικογενειακά γεύματα όπου οι ζωντανοί παρακάθηνται με τον εκλιπόντα. Επομένων, η σκηνή του συμποσίου θα μπορούσε να σημαίνει δύο διαφορετικά πράγματα, ένα οικογενειακό γεύμα και ένα ενιαύσιο δείπνο στη μνήμη του νεκρού.
Σε όλες τις εποχές, οι άνθρωποι χρησιμοποιούν παρηγορητικές αμφισημίες. Οι αρχαίοι εναπόθεταν τροφές στους τάφους. Αποτελεί αυτό απόδειξη ότι «πίστευαν» πως οι νεκροί συνέχιζαν να ζουν στον σκοτεινό τους τάφο; Όταν εμείς εναποθέτουμε λουλούδια, δεν περιμένουμε ο νεκρός να έρθει να μυρίσει το άρωμά τους;
-Πωλ Βεν
ΠΑΛΜΥΡΑ
Ένας αναντικατάστατος θησαυρός
