La Tempesta

Για μένα ελευθερία σημαίνει μοναξιά, μια μοναξιά γεμάτη περιπάτους στην εξοχή, βόλτες μόνη μου μέσα σε άγνωστες πόλεις, βιβλία πεταμένα γύρω απ’ το κρεβάτι μου τη νύχτα και ανοιγμένα τυχαία σε κάποια σελίδα. Κι εγώ βάφω τα νύχια μου κατακόκκινα, αλλά τα βάφω για μένα. Όταν κάθομαι στα καφενεία, κοιτάζω το χέρι μου ακουμπισμένο πάνω στο τραπέζι, το κάτασπρο χέρι μου με τα κόκκινα μακριά νύχια – ίσως να φοράω κι ένα δαχτυλίδι – και με γεμίζει μια ανείπωτη ηδονή, γιατί το χέρι αυτό είναι δικό μου, και το ‘χω φτιάξει έτσι ωραίο για μένα μόνο. Και μετά από το καφενείο, σε κάποια άγνωστη πόλη, θα γυρίσω στο ξενοδοχείο, θα κάνω ένα μπάνιο ζεστό και αρωματικό, και μετά θα κοιμηθώ. Η μοναξιά μου είναι ιερή. Δεν θ’ αφήσω πια κανέναν να μου την πάρει, ούτε ο Άλκης, ούτε εσύ. Θέλω να είμαι μόνη μου, ν’ αρμενίζω σαν καράβι, να σταματώ σε όποιο λιμάνι θέλω και να ξαναφεύγω. Τα άλλα είναι η πραγματική μοναξιά: το να είσαι δέσμιος ενός άντρα ή μιας γυναίκας. Γιατί ας μην κοροϊδευόμαστε: κι εσύ θα μ’ έκλεινες σε μια φυλακή όπως ο Άλκης. Ίσως και χειρότερα.

RIEN NE VA PLUS

μαργαρίτα καραπάνου