… στεκότανε και πισωστρέφοντας, αγνάντευε την Αθήνα. Την κοίταζε απλωμένη ανάερα, απέραντη κι άσπρη, μέσα σε χνωτό χρυσαφί, να τεντώνεται με χάρη νωχελική νεαρής εταίρας. Το ξανθό χνούδι της, άχνινο σα γύρη, τρέμιζε στον αέρα, κι ο ήλιος το κεντούσε με νήματα στραφταλιστά. Την κοίταζε και συλλογιζόταν πόσο την αγαπούσε, δίχως προσποίηση αυτό, δίχως ρομαντισμό κανένα. Ο έρωτάς της σα ναχει μπει στο αίμα του ασύνειδα, από χρόνια μακρυνά, με την καθημερινή του την ανάσα. Την αγαπάει ήρεμα και μυστικά, με χαμογελαστή λατρεία, και νιώθει πως αν κάποτε αναγκαστεί να φύγει από δω, ο καημός της θα τον ακολουθήσει ασίγαστος παντού.
