Ό,τι είχε κρατήσει κάτι από το άρωμά της, το άγγιγμα των άσπρων της χεριών, εξολοθρεύτηκε, κάηκε, πήρε το δρόμο της εξορίας. Μια τυφλή μανία ενάντια στα πράγματα τ’ ανυπεράσπιστα, που αναλαβαίνουν να πληρώσουν για τους ανθρώπους. Η άλογη τούτη λύσσα είναι το ξέσπασμα των ανίκανων για πράξεις δυνατές. Οι δειλοί τρέμουν μπροστά στη θύμηση, μαστιγώνονται από τον πανικό της νοσταλγίας. Και τότε χτυπούν, ερημώνουν, εξολοθρεύουν, για να στερήσουν έτσι από τον εαυτό τους το μέσο να υποφέρει.
