
Τ’ απόγευμα ήτανε γλυκό. Λοξός ο ήλιος, χρωμάτιζε έξω το δρόμο με ζωηρή πορτοκαλιά φεγγοβολή, κι η μικρή πλακιώτικη πλατεία σα να γιόρταζε στο φως. Μια μακρινή, ζεστή ανάσα περνούσε στον αέρα, απαλά. Ήταν ακόμα τόσο αμφίβολη, που δεν άγγιζε την αντίληψή σου παρά μονάχα στην αίσθηση. Συλλογίστηκε λοιπόν ο Μαρούκης: «Η άνοιξη, ίσως έρχεται η άνοιξη», κι αναστέναξε σάμπως κι αυτό το γεγονός να ήτανε πράμα με σημασία βαριά και μοιραία. Γύρισε το βλέμμα γύρω του κι έκανε τον στιγμιαίο απολογισμό του περίγυρου: Τρεις πελάτες εργατικοί, που μιλούν αραιά και κουρασμένα, ένας γέρος με μούτρο απόπληχτο, βουτηγμένο μέσα σ’ ορθάνοιχτη εφημερίδα. Η εφημερίδα σιγοτρίζει στ’ αδέξια χέρια του. Στην πόρτα ορθώθηκε για μια στιγμή, το ανάστημα ενός νεαρού με ρεπούμπλικα στραβή, της μόδας, και μούτρο χυδαίο. Λιμοκοντόρος της γειτονίας. Έριξε μια ματιά καταφρονετικά ερευνητική μέσα κι έφυγε σιγοπερπατώντας, ανάβοντας τσιγάρο. Ο νέος από τους εργατικούς είπε στο παιδί του καφενείου δυνατά, με την τραχιά φωνή του:
– Ε, παιδί, ακόμα η εφημερίδα;
