χτες το βράδι

– Μα για πέστε μου σεις, του έκανε με τον κάπως απότομο τρόπο που έπαιρνε κάποιες φορές. Γιατί δεν ήρθατε χτες το βράδι;

Το μέτωπό της είχε κοκκινίσει ελαφρά, όπως πάντα σαν πείσμωνε.

– Χτες το βράδι;

– Ναι… Το ξεχάσατε βέβαια!

Έλεγε ψέματα, το ήξερε πως εκείνος δεν είχε ιδέα.

– Τι να ξεχάσω; Δεν μου είπε κανείς τίποτα… Χτες, είπατε;

– Μα ναι, ξέρετε πολύ καλά ότι τις Πέμπτες μαζευόμαστε μετά το φαΐ, μέσα. Κι έπρεπε ναρθετε κι εσείς, μια φορά που είσαστε τώρα πια του σπιτιού!

Στεκόταν απορημένος και την κοίταζε. Εκείνη πάλι είχε πιστέψει ολότελα τώρα το ίδιο της το ψέμα και πείσμωνε στ’ αλήθεια.

– Αν δεν σας είναι πολύ δυσάρεστο αυτό, ερχόσαστε την άλλη Πέμπτη, του πέταξε κι αμέσως έφυγε.

Ξανακάθισε, συλλογισμένος. Τι να σήμαινε αυτό; Και γιατί πειράχτηκε εκείνη; Σκέφτηκε για μια στιγμή αν τη φωνάξει, να της δώσει εξηγήσεις, όμως δεν τόλμησε. «Δεν βαριέσαι, παιδί είναι», είπε στον εαυτό του για να ξεχάσει την αδικαιολόγητη τούτη δειλία του. Πήρε την πένα, άρχισε να ξαναγράφει… «… Μια φορά που είσαστε τώρα πια του σπιτιού.» Ο λόγος της του ήρθε στο νου, σταμάτησε το γράψιμο κι αφαιρέθηκε. «Του σπιτιού.» Χαμογέλασε.
Του άρεσε πολύ αυτή η κουβέντα.

– Η Μενεξεδένια Πολιτεία –