«Η εξέταση ήταν το λιγότερο μεροληπτική. Είχαν προαποφασίσει να διαγνώσουν ότι ήμουν σχιζοφρενής… Είχαν πάρει εντολή από την KGB να με στείλουν για υποχρεωτική νοσηλεία σε μια εξειδικευμένη ψυχιατρική κλινική, και όλοι τους, περιλαμβανομένης και της Πετσερνίκοβα, έκαναν αυτό που τους είχαν υποδείξει. Ήξεραν ότι το δικαστήριο δεν θα τους ζητούσε να τεκμηριώσουν τη διάγνωση και έτσι δεν μπήκαν καν στον κόπο να τεκμηριώσουν τα συμπέρασμα τους. Για παράδειγμα έγραψαν: «Μερικές φορές σκέφτεται παράλογα.» Πώς αποδεικνυόταν αυτό; Δεν γινόταν ούτε καν λόγος. Και όμως αυτή φράση ήταν πάρα πολύ σημαντική… γιατί το συμπέρασμα που ακολουθούσε αμέσως μετά έλεγε ότι ήταν απαραίτητη η εντατική θεραπεία. Κατά τη διάρκεια ολόκληρου του μήνα που με εξέταζαν δεν μου έκαναν ούτε μια ερώτηση για την ποίησή μου, παρ’ όλο που είμαι ποιήτρια. Ήταν σαν να μην υπήρχε. Σκέφτηκα ότι μπορεί να με θεωρούσαν μεγαλομανή που πίστευα ότι ήμουν ποιήτρια, αλλά δεν ήταν αυτό. Είναι προφανές τώρα γιατί το έκαναν. Με τα συμπτώματα της «συναισθηματικής καθυστέρησης και ψυχρότητας» λόγω της σχιζοφρένειας, δεν θα ήταν δυνατόν να γράφω ποίηση. «Η ασθενής συμπεριφέρεται με ηρεμία. Χαμογελάει.» Έτσι ακριβώς ήταν, αλλά πόσο μου κόστιζε αυτή η ηρεμία! Ήξερα ότι έπρεπε να παραμείνω ήρεμη για να μην τους δώσω πάτημα να εφεύρουν συμπτώματα, αλλά τελικά η ίδια μου η ηρεμία χρησιμοποιήθηκε ως σύμπτωμα και στην έκθεση αναφέρει ότι «… δεν ανησυχεί καθόλου για το μέλλον της ή για τη μοίρα του παιδιού της.» Εννοείται ότι ανησυχούσα για το παιδί μου, αλλά αυτό δεν σκόπευα να το μοιραστώ με τους ψυχιάτρους της KGB. Η έκθεση συνεχίζει: «Δεν αποκηρύσσει τις πράξεις της. Είναι πεπεισμένη για την ορθότητα των πράξεών της, συγκεκριμένα δηλώνει ότι ενήργησε κατ’ αυτόν τον τρόπο για να μη νιώθει ένοχη στο μέλλον απέναντι στα παιδιά της.» Μέχρι και σήμερα δεν αποκηρύσσω τις πράξεις μου και είμαι πεπεισμένη για την ορθότητά τους. Τα παιδιά μου είναι περήφανα για αυτό που έκανα. Να και κάτι ακόμη: «Δεν μπορεί να κρίνει με οξυδέρκεια την κατάσταση.» Οι ψυχίατροι, περιλαμβανομένης και της Πετσερνίκοβα, θεώρησαν ότι επειδή σκεφτόμουν με το δικό μου μυαλό αντί να βασίζομαι σε άλλους, έπρεπε να με βγάλουν τρελή. Αξίζει να σημειωθεί ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του μήνα που με εξέταζαν, συνάντηση μόνο την Πετσρνίκοβα και τον Μαρτινένκο, ένα γιατρό. Όλες οι «παρατηρήσεις» που αποτέλεσαν τη βάση για τα τελικά συμπεράσματα των εμπειρογνώμων ήταν μόνο δικά τους. Πιστεύω ότι είχαν πλήρη συναίσθηση της λανθασμένης παρουσίασης και της διαστρέβλωσης, αλλά αυτό δεν τους εμπόδισε να φέρουν εις πέρας την εγκληματική αποστολή που τους είχαν αναθέσει. Πιστεύω ότι η απασχόλησή τους στο Ινστιτούτο Σέρμπσκι έχει κλονίσει ανεπανόρθωτα τόσο την ανθρώπινη αξιοπρέπεια όσο και την επαγγελματική ακεραιότητα αυτών των ψυχιάτρων…»
«Τι κατάληξη είχε όλο αυτό για σένα; Πόσο καιρό κάθισες στην εξειδικευμένη ψυχιατρική κλινική;»
«Δύο χρόνια και δύο μήνες. Θα το έλεγα ψυχιατρικό εγκλεισμό. Πέρασα εννέα μήνες στο χειρότερο νοσοκομείο, το Καζάν. Με πήγαν από τη Φυλακή Μπιτίρκα στη Μόσχα στο Καζάν τον Ιανουάριο του 1971. Το 1972, πάλι μέσω Μπιτίρκα, με έστειλαν ξανά στο Ινστιτούτο Σέρμπσκι για μια επιπλέον εξέταση. Έμεινα εκεί άλλους τρεις μήνες. Αυτό, όμως, που είχε τη μεγαλύτερη σημασία δεν ήταν η διάρκεια της κράτησης αλλά η εντατική αγωγή με νευροληπτικά φάρμακα. Η χορήγηση αλοπεριδόλης είχε από καιρό αναγνωριστεί ως βασανιστήριο. Η αλοπεριδόλη χρησιμοποιούνταν σε κλινικές περιπτώσεις για τη θεραπεία του παραληρήματος και των ψευδαισθήσεων. Δεν είχε τίποτε από τα δύο, εάν δεν θεωρήσουμε ότι οι απόψεις μου ήταν τρελές… Η αλοπεριδόλη χορηγείται για διάρκεια ενός μήνα και στη συνέχεια η χορήγηση σταματάει για επανορθωτική αγωγή, γιατί μία από τις παρενέργειές της ήταν το Πάρκινσον. Λοιπόν, εμένα μου έκαναν ενέσεις για εννιάμισι μήνες χωρίς επανορθωτική αγωγή ή διαλείμματα. Όταν με έφεραν πίσω στο Ινστιτούτο Σέρμπσκι από το Καζάν και μου άρχισαν ξανά αλοπεριδόλη, η Πετσερνίκοβα μού είπε: «Το καταλαβαίνεις και μόνη σου ότι πρέπει να συνεχίσεις να παίρνεις αλoπεριδόλη.» Τι υποκρίτρια!»
– Τι έγινε μετά;
«Μετανάστευσα στο Παρίσι… Ήταν πραγματικά αστεία η κατάσταση που επικρατούσε στις συναντήσεις που είχα αργότερα με τους Γάλλους ψυχιάτρους όταν εκείνοι διάβαζαν την έκθεση του Ινστιτούτου Σέρμπσκι για τη θεραπεία μου. Ένας από αυτούς μου είπε: «Πρέπει να πάμε να πάρουμε τα φώτα αυτών των σοβιετικών ψυχιάτρων: σύμφωνα με τη διάγνωσή τους έχουμε μπροστά μας μία υπόθεση-θαύμα: ενός ανθρώπου που θεραπεύτηκε από σχιζοφρένεια.»
Η υπόθεση της Γκορμπανέβσκαγια ήταν από τις πρώτες περιπτώσεις «ψυχιατρικής καταστολής» εναντίον των διαφωνούντων στην ΕΣΣΔ. Η πρακτική που θα έζωσε τον Μπουντάνοφ βρισκόταν σε άνθιση τη δεκαετία του 1970, μία φρικτή περίοδο στη Ρωσία, καθώς το κομμουνιστικό καθεστώς είχε ανοίξει πόλεμο τακτικής για την εξάλειψη των διαφωνούντων. Μέχρι τότε είχαμε ένα απολύτως αξιοσέβαστο Σύνταγμα, καιη KGB προτιμούσε να εξαπολύει τον πόλεμό της κατά των διαφωνούντων με τρόπους δεν προκαλούσαν τόσες αντιδράσεις, με άλλα λόγια κάνοντας διαγνώσεις ότι εκείνοι που τη ενοχλούσαν ήταν διανοητικά άρρωστοι και έχρηζαν υποχρεωτικής αγωγής σε ειδικές κλινικές.
Η Λουντμίλα Αλεξέεβα ανήκε στους διαφωνούντες και ήταν υπέρμαχος των πολιτικών δικαιωμάτων στα σοβιετικά χρόνια. Αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ λόγω πολιτικής δίωξης. Σήμερα είναι Πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ελσίνκι. Σύμφωνα με το βιβλίο της Η Ιστορία των Διαφωνούντων στην ΕΣΣΔ, μόνο το 1971 «τουλάχιστον είκοσι τέσσερα από τα ογδόντα πέντε άτομα που καταδικάστηκαν για πολιτικά εγκλήματα είχαν διαγνωσθεί ως διανοητικά άρρωστα, περίπου το ένα τρίτο του συνόλου.» Εκείνους που δεν μπορούσαν να τους βγάλουν τρελούς τους κατηγόρησαν ότι διέβαλαν το σοβιετικό σύστημα, κάτι που κανόνιζε και πάλι η Πετσερνίκοβα. Για παράδειγμα, το καλοκαίρι του 1978 ο Αλεξάντερ Γκίνζμπουργκ δικαζόταν με την κατηγορία της διαβολής. Η Ταμάρα Πετσερνίκοβα ήταν παρούσα στη δίκη ως μάρτυρας κατηγορίας.
Ο Γκίνζμπουργκ ήταν ένας από τους πιο γνωστούς σοβιετικούς διαφωνούντες, δημοσιογράφος, μέλος της Ομάδας Μόσχα Ελσίνκι, εκδότης του περιοδικού ποίησης Syntax, και ο πρώτος διευθυντής, από το 1975 έως το 1977, του Σοβιετικού Ταμείου για τη Βοήθεια των Πολιτικών Κρατούμενων στην ΕΣΣΔ και των Οικογενειών τους, που ιδρύθηκε από τον Αλεξάντερ Σολζενίτσιν με τα δικαιώματα από το Αρχιπέλαγος του Γκουλάγκ. Από το 1961 έως το 1969 ο Γκίνζμπουργκ καταδικάστηκε τρεις φορές σε διάφορες περιόδους κράτησης σε στρατόπεδα εργασίας για τις δραστηριότητές του και το 1978 καταδικάστηκε σε οκταετή κάθειρξη. Το 1979, μετά από πιέσεις της Δϋσης, εξορίστηκε από την ΕΣΣΔ (ανταλλάχθηκε με κάποιους σοβιετικούς κατασκόπους που είχαν συλληφθεί από τις ΗΠΑ). Στη συνέχεια έζησε για πολλά χρόνια στη Γαλλία και πέθανε στο Παρίσι το 2012 από μια ασθένεια που απέκτησε στα σοβιετικά πολιτικά στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Ορίστε τι μου είπε η Αρίνα Γκίνζμπουργκ, σύζυγος και σύμμαχος του Αλεξάντερ στον αγώνα του, σχετικά με την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στη δίκη του, η οποία πραγματοποιήθηκε στην Καλούγκα, μια μικρή πόλη στην Κεντρική Ρωσία:
Κατά τη διάρκεια της δίκης, του χορηγούσαν νευροληπτικά φάρμακα και εκείνος απλώς τα ξεχνούσε όλα στην αίθουσα του δικαστηρίου. Του έκαναν συνεχώς ενέσεις. Δεν φαινόταν καλά. Περπατούσε με δυσκολία και κουβαλούσε μαζί του μία μαξιλαροθήκη γεμάτη βιβλία, γιατί είχε αρνηθεί να έχει δικηγόρο και υπερασπιζόταν τον εαυτό του. Είχε άσπρα μακριά γένια. Ο λόγος του δεν είχε συνοχή, είχε χάσει τον συντονισμό του. Ζητούσε να του επιτραπεί να κάτσει, αλλά δεν του δινόταν άδεια και μετά κατέρρεε. Ομολογουμένων, σταμάτησαν μετά την ετυμηγορία. Τότε σταμάτησαν να του κάνουν ενέσεις.
[…]
Τις τρεις τελευταίες δεκαετίας η KGB/FSB ήξερε ότι μπορούσε να στηριχθεί στην Πετσερνίκοβα. Η δράση της επισκιάστηκε κατά τη διάρκεια της «τελευταίας δημοκρατικής περιόδου του Γκορμπατσόφ και επί Γέλτσιν», αλλά μετά έγινε πρόεδρος ένας αξιωματικός της KGB με υπηρεσία 20 ετών. Την πρώτη περίοδο προεδρίας Πούτιν, σε κάθε πιθανή θέση εξουσίας υπήρχαν άτομα που είχαν υπηρετήσει στην KGB.
Σύμφωνα με πληροφορίες από ανεξάρτητες πηγές (παραδόξως δεν υπάρχει καμία επίσημη πηγή) περισσότερα από 6.000 μέλη της KGB/FSB ακολούθησαν τον Πούτιν στην εξουσία και σήμερα κατέχουν τα πιο ψηλά αξιώματα της χώρας. Ανάμεσα σε αυτά είναι και σημαντικά υπουργεία, όπου οι προαναφερόμενοι κατέχουν θέσεις κλειδιά: το προεδρικό γραφείο (δύο αναπληρωτές διευθυντές, οι επικεφαλής των τμημάτων προσωπικού και πληροφοριών), το Συμβούλιο Ασφαλείας (αναπληρωτής γραμματέας), ο κυβερνητικός διοικητικός μηχανισμός, τα υπουργεία Αμύνης, Εξωτερικών, Δικαιοσύνης, Πυρηνικής Βιομηχανίας, Οικονομικών, Εσωτερικών, Τύπου, Τηλεόρασης, Ραδιοφώνου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, η Κρατική Επιτροπή Δασμών και Τελών, η Ρωσική Υπηρεσία Εθνικού Αποθεματικού, η Επιτροπή Οικονομικής Ανάκαμψης, και πάει λέγοντας.
Το κακό παρελθόν, όπως και ο καρκίνος, έχουν την τάση να ξαναπαρουσιάζονται, και υπάρχει μόνο μία δραστική θεραπεία: έγκαιρη καταστροφή των νεκρών κυττάρων. Εμείς δεν το κάναμε αυτό. Βγήκαμε από τη ΕΣΣΔ και μπήκαμε στη «Νέα Ρωσία» όντας ακόμη μολυσμένοι από το μικρόβιο.
Η Ρωσία του Πούτιν
Anna Politkovskaya
