Μιλώντας στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου στις αρχές του 2019, ο πρώην αντιπρόεδρος Joe Biden, είχε να στείλει ένα καθησυχαστικό μήνυμα στους Ευρωπαίους πολιτικούς, διπλωμάτες και στρατιωτικούς ηγέτες που ανησυχούν για την αμερικανική απεμπλοκή: «Θα επιστρέψουμε.» Η ομιλία του Biden έφερε χειροκροτήματα και ανακούφιση. Περιμένετε να λήξει η θητεία του Προέδρου των ΗΠΑ Donald Trump, φάνηκε να λέει, και αργά ή γρήγορα οι ηγέτες μπορούν να επιστρέψουν στη διατλαντική συναίνεση που καθόρισε την εποχή μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η υπομονή, είναι το όνομα του παιχνιδιού.
Ο Biden τροφοδοτούσε μια κοινή ελπίδα. Μια νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ θα μπορούσε να μετριάσει μερικές από τις τρέχουσες διατλαντικές εντάσεις, για παράδειγμα, αφαιρώντας τους δασμούς στον ευρωπαϊκό χάλυβα και το αλουμίνιο ή επαναλαμβάνοντας τη συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα. Αλλά αυτές οι διορθώσεις δεν θα χτυπήσουν το πρόβλημα στη ρίζα του. Το ρήγμα μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης δεν ξεκίνησε με το Trump, ούτε θα τελειώσει μαζί του. Αντί απλά να καταφεύγουν στη νοσταλγία, οι αρχηγοί των Η.Π.Α. και Ευρώπης θα έπρεπε καλύτερα να ξεκινήσουν με μια ειλικρινή αποτίμηση της πορείας που τους οδήγησε στην τρέχουσα κρίση – το πρώτο βήμα για την οικοδόμηση μιας πιο ώριμης διατλαντικής εταιρικής σχέσης που θα κοιτάει στο μέλλον.
Η κύρια απειλή για τη διατλαντική σχέση δεν είναι ένας εχθρικός Λευκός Οίκος ή η αποσύνδεση των συμφερόντων. Η σημερινή κρίση είναι πρωτίστως αποτέλεσμα της ασυμμετρίας της εξουσίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης. Για πολύ καιρό, και οι δύο πλευρές δέχτηκαν αυτή την ανισορροπία, ακόμα και την καλλιέργησαν. Η Ευρώπη παρέμεινε υποτακτική προκειμένου να έχει ως αντάλλαγμα ένα σημείο κάτω από την «ομπρέλα» άμυνας των ΗΠΑ. Παρά τα σημερινά νταηλίκια για την «κατανομή των βαρών», οι Αμερικανοί ηγέτες έχουν προτιμήσει από καιρό αυτή την ευρωπαϊκή σχέση, από ένα ευρωπαϊκό χάος.
Όμως το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η 11η Σεπτεμβρίου, και η άνοδος της Κίνας τελικά μετατόπισαν τις προτεραιότητες ασφαλείας της Ουάσιγκτον αλλού, αφήνοντας την Ευρώπη μόνη και θνητή. Σήμερα, η ήπειρος είναι «χορτοφάγος σε έναν κόσμο σαρκοβόρων», όπως το έθεσε ο Sigmar Gabriel, ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας. Η πολιτική της κυβέρνησης Trump για την Ευρώπη, που εναλλάσσεται μεταξύ αδιαφορίας και εχθρότητας, έδωσε σε αυτήν την πραγματικότητα, ένα νέο χαρακτήρα επείγοντος.
Για την ώρα, τα ευρωπαϊκά οράματα περί «στρατηγικής αυτονομίας» από τις ΗΠΑ, τα οποία επικαλούνται συχνά τόσο ο μέχρι σήμερα πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jean-Claude Juncker όσο και ο Γάλλος πρόεδρος Emmanuel Macron, παραμένουν ακριβώς αυτό: οράματα. Μέχρι στιγμής, ένας ευρωπαϊκός στρατός υφίσταται μόνο στα χαρτιά. Ακόμη και αυτές οι πρόχειρες προτάσεις όμως τροφοδοτούν το σκεπτικισμό, αν όχι την απλή αντίθεση, από την πλευρά της Ουάσινγκτον. Φαίνεται ότι εκείνο που φοβάται είναι πως η επιθυμία της Ευρώπης να προχωρήσει με τον δικό της τρόπο στα θέματα ασφαλείας, θα θέσει την Γηραιά Ήπειρο σε άμεσο ανταγωνισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ θα προτιμούσαν οι Ευρωπαίοι να ξοδεύουν περισσότερες στρατιωτικές δαπάνες, εντός των ορίων του ΝΑΤΟ, μια ιδέα που βασίζεται στην εκτίμηση ότι μια ικανότερη Ευρώπη θα συνέχιζε κι έπειτα να ακολουθεί τον βηματισμό των Ηνωμένων Πολιτειών. Ωστόσο, η ελπίδα ότι η Ευρώπη μπορεί να ωθηθεί να επενδύσει στη δική της άμυνα, χωρίς να αναπτύξει περισσότερη αυτονομία στα δικά της συμφέροντα ασφάλειας, είναι παιδική. Οι πολιτικοί θα πρέπει να κάνουν μια επιλογή. Προτιμούν να διατηρήσουν μια αδύναμη και διαιρεμένη ευρωπαϊκή ήπειρο που ευθυγραμμίζεται με τα συμφέροντά τους και θα εξαρτάται από την ισχύ των ΗΠΑ; Ή είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν έναν ισχυρότερο και αυτόνομο εταίρο που θα βρεθεί κάποιες φορές απέναντι στις πολιτικές τους; Η Ευρώπη, από την πλευρά της, έχει μια παρόμοια επιλογή. Δεν μπορεί να διεκδικήσει το προνόμιο της ανεξάρτητης παγκόσμιας ηγεσίας εξακολουθώντας να βασίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες για την ασφάλειά της, ακόμη και στην άμεση γειτονιά της.
Η αλλαγή αυτής της πραγματικότητας είναι ευθύνη των Ευρωπαίων πολιτικών. Όμως οι ΗΠΑ δεν πρέπει να πάνε κόντρα σε αυτές τις προσπάθειες, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη θα γίνει ένας πιο δύσκολος εταίρος. Μακροπρόθεσμα, μια ισχυρή ήπειρος ικανή να υπερασπιστεί μόνη της τα συμφέροντά της και να πολεμήσει τις δικές της μάχες θα ωφελήσει την Ουάσινγκτον περισσότερο από μια ήπειρο διχασμένη και αδύναμη. Η διατλαντική συμμαχία μπορεί και πρέπει να παραμείνει το θεμέλιο του Δυτικού μοντέλου των φιλελεύθερων δημοκρατικών αξιών και αρχών. Αλλά θα πρέπει να μεταμορφωθεί για να αντιμετωπίσει τις αυξανόμενες οικονομικές προκλήσεις, τις προκλήσεις για την ασφάλεια και τις πολιτικές από την Κίνα και τη Ρωσία. Αντί να επιδιώκουμε την επιστροφή μιας διατλαντικής εταιρικής σχέσης που σίγουρα θα συνεχίσει να φθίνει, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη πρέπει τώρα να αποδεχθούν τις συνέπειες της αυτονομίας και να επενδύσουν σ’ εκείνη.
ΑΡΓΗ ΦΘΟΡΑ
Ιστορίες για τη χρυσή εποχή της διατλαντικής ενότητας μπορούν να γραφτούν εκ των υστέρων εύκολα. Στην πραγματικότητα όμως, η σχέση υπήρξε ανέκαθεν ταραχώδης. Η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο ανέπτυξαν τις δικές τους προοπτικές για πυρηνικό χτύπημα στη δεκαετία του ’50 και τη δεκαετία του ’60, κόντρα στις αρχικές αντιρρήσεις Αμερικανών ηγετών. Η Γαλλία μέχρι που είχε αποχωρήσει κι από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ το 1966 (επί De Gaulle), επιστρέφοντας το 2009 (επί Sarkozy). Η Δυτική Γερμανία ζήτησε détente (μείωση της έντασης) με την Ανατολική Γερμανία τη δεκαετία του ’70, κάνοντας τους άλλους να ανησυχούν ότι οι διατλαντικοί δεσμοί που ενώνουν τη Δύση ενάντια στο ανατολικό μπλοκ έχουν διαβρωθεί. Και ήταν κυρίως τα γεγονότα στη Μέση Ανατολή που προκάλεσαν διαφωνίες μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης για δεκαετίες, πολύ πριν από την απόσυρση των ΗΠΑ από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν.
Και βέβαια, η αποδέσμευση των ΗΠΑ από την Ευρώπη δεν άρχισε με την ορκωμοσία του Trump. Ήδη από τον Ψυχρό Πόλεμο, οι ΗΠΑ είχαν δείξει την πρόθεσή τους να απορρίψουν τους φόβους των Ευρωπαίων και δεν ήταν διαθέσιμες να μοιράσουν λεφτά και προσωπικό σε ευρωπαϊκό έδαφος. Το 2001, ο Πρόεδρος George Bush απέσυρε τις Ηνωμένες Πολιτείες από το πρωτόκολλο του Κιότο (1997), παρά τη σκληρή άσκηση πίεσης από τον Γερμανό καγκελάριο Gerhard Schröder. Η Γαλλία και η Γερμανία αρνήθηκαν να ενταχθούν στη «συμμαχία των προθύμων» της κυβέρνησης Bush στον πόλεμο του Ιράκ, ένα σχίσμα που φάνηκε να σηματοδοτεί νέο χαμηλό βαρομετρικό στη διατλαντική σχέση.
Ο Πρόεδρος Barack Obama έριξε αλάτι στις πληγές. Η κυβέρνησή του άλλαξε ρότα προς την Ασία και ακολούθησε μια «επαναφορά» με τη Ρωσία. Ταυτόχρονα, ακύρωσε τα σχέδια για την κατασκευή ενός αμερικανικού συστήματος πυραυλικής άμυνας στην Πολωνία με σταθμούς ραντάρ στην Τσεχική Δημοκρατία και στη συνέχεια απέσυρε δύο στρατιωτικές ταξιαρχίες των ΗΠΑ από την Ευρώπη. Ήταν μόνο μετά την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014, που η κυβέρνηση Obama άλλαξε πορεία, επαναφέροντας μία από τις ταξιαρχίες και εγκαθιδρύοντας την Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Αποτροπής, ένα Ταμείο του Πενταγώνου για επιχειρήσεις υπεράσπισης Ευρωπαίων συμμάχων. Αλλά ακόμα και τότε, ο Obama είχε σκληρά λόγια να πει για την Ευρώπη, αποκαλώντας μάλιστα τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο «τζαμπατζήδες» (free riders) σε μια συνέντευξή του στο Atlantic.
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΦΗΣΥΧΑΣΜΟΥ;
Οι δυσκολίες της Ευρώπης είναι σαφείς. Χωρίς κοινό όραμα για την άμυνα και με αποσταθεροποιητικές πιέσεις στην περιφέρειά της, η ήπειρος σύντομα θα χρησιμεύσει ως θεατής και όχι ως συμμετέχων σε έναν ανταγωνισμό μεγάλης κλίμακας. Η Ρωσία υποστηρίζει ενεργά τα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα και παρεμβαίνει τακτικά στις ευρωπαϊκές εκλογές. Στην Ουκρανία, η Ρωσία προσάρτησε παράνομα την Κριμαία και προκάλεσε έναν αργό πόλεμο που σκότωσε 13.000 Ουκρανούς και εκτόπισε 1.5 εκ. Ακόμα πιο νότια, ο εμφύλιος πόλεμος της Συρίας οδήγησε εκατομμύρια πρόσφυγες στις ακτές της Ευρώπης, προκαλώντας διάσπαση της μεταναστευτικής πολιτικής και τροφοδοτώντας την άνοδο των λαϊκιστικών κομμάτων. Η Κίνα, από την πλευρά της, έχει επενδύσει σε μεγάλο βαθμό στα ευρωπαϊκά λιμάνια και τις τεχνολογικές υποδομές, εν μέρει επειδή ελπίζει να λειτουργήσει ως μια «σφήνα» μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης. Όσο πιο διαιρεμένη είναι εσωτερικά η Ευρώπη, τόσο πιο εύκολα θα βρεθεί στο έλεος αυτών των οπορτουνιστικών, μεγάλων δυνάμεων. Πρόκειται για μια συνταγή που εφαρμόζεται σε μια Ευρώπη που για άλλη μια φορά κυνηγιέται από τον εθνικισμό, σε μια άσχετη ΕΕ, και σε μια διατλαντική συμμαχία στην οποία η Ευρώπη έχει μικρή επιρροή και οι Ηνωμένες Πολιτείες στερούνται έναν ισχυρό εταίρο.
Ο μόνος συνετός τρόπος προκειμένου να αποφευχθεί αυτό το σενάριο εφιάλτης είναι η Ευρώπη να αποβάλει την κουλτούρα του εφησυχασμού και να υιοθετήσει εκείνη της αυτονομίας. Πρέπει να αναπτύξει την ικανότητα καλύτερης υπεράσπισης και επιδίωξης κοινών ευρωπαϊκών συμφερόντων. Η υπηρεσία υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ, σκιαγράφησε αυτόν τον στόχο στην παγκόσμια στρατηγική της για το 2016 και οι ηγέτες έχουν εκφράσει το ίδιο συναίσθημα με ομιλίες τους σε όλη την ήπειρο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα είναι εύκολο.
Για αρχή, η Ευρώπη θα πρέπει να κάνει περισσότερα για να παρέχει ασφάλεια σε γειτονικές περιοχές. Ο εμφύλιος πόλεμος της Συρίας απέδειξε ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες στερούνται την στρατιωτική ικανότητα και την πολιτική βούληση να το πράξουν. Πάρτε για παράδειγμα, την Γερμανίδα Καγκελάριο Angela Merkel: η επίπληξη που δέχτηκε από τον Τραμπισμό, οδήγησε πολλούς αναλυτές να τη χρίσουν ως «τη νέα ηγέτιδα του ελεύθερου κόσμου». Στη φετινή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, η Merkel, ως συνήθως προσεκτική, επέκρινε την ανακοίνωση του Trump, σύμφωνα με την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποχωρήσουν από τη Συρία (μια απόφαση που η κυβέρνησή του πήρε αργότερα πίσω). «Είναι σκόπιμο να φύγουν αμέσως τα αμερικανικά στρατεύματα από τη Συρία;», αναρωτήθηκε η Μέρκελ, «ή μήπως κάτι τέτοιο θα ενισχύσει τη Ρωσία και το Ιράν;» Η καγκελάριος εδώ, είχε ένα δίκιο: η ξαφνική αποδέσμευση των ΗΠΑ από τη Συρία θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα επικίνδυνο κενό ισχύος, όπως ακριβώς συνέβη και στο Ιράκ το 2011. Αλλά η κριτική της Merkel ήταν χωρίς αντίκρισμα: εκείνη ανέβηκε μεν στο βήμα για να μεμφθεί την αμερικανική πολιτική στη Συρία, όμως την ίδια στιγμή, δεν υπήρχε ούτε ένας Γερμανός στρατιώτης να πολεμάει σε εκείνο το έδαφος.
Για μια πιο δυναμική ευρωπαϊκή στρατηγική ασφάλειας, κοιτάξτε αντ ‘αυτού το Παρίσι. Η Γαλλία όχι μόνο έριξε την αεροπορία της στην καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους (ISIS), στη Συρία, αλλά επιπλέον ώθησε τις Ηνωμένες Πολιτείες για περαιτέρω κοινή δράση εκεί. Οι Γάλλοι στρατηγοί ακόμα «βγάζουν καπνούς» για την παραβίαση της περίφημης «κόκκινης γραμμής» του Obama από τον ίδιο, όταν η κυβέρνησή του αγνόησε τη δική της προειδοποίηση, ότι ένας χημικός πόλεμος από την πλευρά του Assad, θα ισοδυναμεί με στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ. Ο Γάλλος πρόεδρος François Hollande, όταν έστειλε τα γαλλικά αεροπλάνα προς τη Συρία, αισθάνθηκε προδομένος που η Ουάσιγκτον δεν ακολούθησε. Κοιτάζοντας πίσω σε εκείνο το περιστατικό το 2016, ο υπουργός Εξωτερικών του Hollande, Laurent Fabius, χαρακτήρισε την αμερικανική οπισθοχώρηση ως το «σημείο καμπής, όχι μόνο για την κρίση στη Μέση Ανατολή αλλά και για την Ουκρανία, την Κριμαία και τον κόσμο». Όμως, η Γαλλία, με την περιορισμένη στρατιωτική της ικανότητα και τις αυξανόμενες εγχώριες δυσκολίες, δεν μπορεί να δράσει μόνη της χωρίς περισσότερη υποστήριξη από τους Ευρωπαίους γείτονές της.
Οι Ευρωπαίοι έχουν επίσης να ξεπεράσουν τα δικά τους διχαστικά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Οι ανησυχίες για την κινεζική κατασκοπεία, την κλοπή τεχνολογίας και τις κρυφές επιχορηγήσεις οδήγησαν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να θεωρεί την Κίνα ως «συστημικό αντίπαλο» και να εισαγάγει ένα σύστημα που θα εξετάζει τις ξένες επενδύσεις στις υποδομές, την ενέργεια, την άμυνα και τα μέσα ενημέρωσης για πιθανές απειλές στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, μια πρωτοβουλία υποστηριζόμενη από τη Γαλλία και τη Γερμανία. Ωστόσο, το σύστημα ελέγχου εξακολουθεί να είναι αδύναμο, καθώς εκδίδει μόνο συστάσεις και δίνει στα κράτη μέλη της ΕΕ, πολλά από τα οποία στερούνται συγκρίσιμων εθνικών προστατευτικών μέτρων, τον τελευταίο λόγο. Η λαϊκιστική κυβέρνηση της Ιταλίας, για παράδειγμα, ακολουθεί μια διαφορετική πορεία, έχοντας πρόσφατα γίνει η πρώτη μεγάλη ευρωπαϊκή οικονομία που εντάσσεται στην πρωτοβουλία «Belt and Road» του Πεκίνου. Και το Ηνωμένο Βασίλειο αποφάσισε να επιτρέψει στην κινεζική τεχνολογική εταιρεία Huawei να συμμετάσχει στην οικοδόμηση του βρετανικού δικτύου 5G, παρά την πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών να μην χρησιμοποιούν κανένα εξοπλισμό κατασκευασμένο από τον κινεζικό τηλεπικοινωνιακό γίγαντα.
Παρόμοιοι διχασμοί πλήττουν την ενεργειακή πολιτική της ηπείρου. Η Αυστρία και η Γερμανία προχωρούν προς την ολοκλήρωση του αμφιλεγόμενου αγωγού Nord Stream 2, ο οποίος θα παραδώσει ρωσικό φυσικό αέριο στη Γερμανία μέσω της Βαλτικής Θάλασσας. Εάν ολοκληρωθεί, το Nord Stream 2 θα επιδεινώσει την εξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο, διπλασιάζοντας την εξαγωγική δύναμη της Ρωσίας. Θα επέτρεπε έτσι στη Μόσχα να παρακάμψει εξολοκλήρου την Ουκρανία, στερώντας της δισεκατομμύρια έσοδα από τα τέλη διέλευσης φυσικού αερίου. Το έργο έχει βγάλει στην επιφάνεια βαθιές διαφορές μεταξύ των οικονομικών φιλοδοξιών μεμονωμένων κρατών μελών και των συμφερόντων του μπλοκ στο σύνολό του.
Για όλα αυτά τα εμπόδια, εξακολουθεί να υπάρχει μεγάλη συναίνεση για ενιαία εξωτερική πολιτική εκ μέρους της ΕΕ. Παρά την αντίθετη γνώμη των λαϊκίστικων κινημάτων και εγχώριων επιχειρηματικών συμφερόντων, η ΕΕ έχει παραμείνει σταθερή στις κυρώσεις της έναντι της Ρωσίας. Μετά από τη ρωσική ανάμειξη στις εκλογές στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, η ΕΕ πήρε επίσης το προβάδισμα στην πρόταση και τον συντονισμό της πολιτικής για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης, θέτοντας την Ευρώπη μπροστά από τις Ηνωμένες Πολιτείες για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος. Συγκεκριμένα, τα κράτη της ΕΕ έχουν αρχίσει να μοιράζονται περισσότερες πληροφορίες και έχουν διευρύνει μια ομάδα εργασίας που παρακολουθεί και εκθέτει τη ρωσική παραπληροφόρηση. Η ΕΕ παρέμεινε σταθερή στις προσπάθειές της να κρατήσει ζωντανή τη συμφωνία πυρηνικής ενέργειας στο Ιράν, ενάντια στις αντιρρήσεις των ΗΠΑ. Για να πείσει την Τεχεράνη να συμμορφωθεί με τη συμφωνία και να προστατεύσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που συνεργάζονται με το Ιράν, η ΕΕ έχει επιδιώξει ακόμη και τη δημιουργία ενός χρηματοπιστωτικού φορέα ειδικού σκοπού για την παράκαμψη των αμερικανικών εξωδικαστικών κυρώσεων εναντίον ευρωπαϊκών εταιρειών που συνεχίζουν τις συναλλαγές τους με το Ιράν. Ακόμα κι αν η Τεχεράνη επαναπροσδιορίσει το πυρηνικό της πρόγραμμα, όπως απειλούσε ο Ιρανός πρόεδρος Χασάν Ρουχάνι τον Μάιο, η ευρωπαϊκή προσπάθεια για τη διάσωση της πυρηνικής συμφωνίας δείχνει ότι η ήπειρος μπορεί να ακολουθήσει μια εξωτερική πολιτική ανεξάρτητη από εκείνη των ΗΠΑ.
Μετά από μια οδυνηρή αφύπνιση σε θέματα αυξανόμενης ασφάλειας, από τον πόλεμο στην Ουκρανία μέχρι τις τρομοκρατικές επιθέσεις και τα ακάλυπτα σύνορα κατά την έναρξη της προσφυγικής κρίσης, τα ευρωπαϊκά κράτη άρχισαν επίσης να αυξάνουν τις αμυντικές τους επενδύσεις, θέτοντας τέλος στη συνεχή μείωση που είχε σημειωθεί από τη δεκαετία του ‘90. Αν και ορισμένες χώρες, κυρίως η Γερμανία, εξακολουθούν να παραμένουν πίσω, οι πρόσφατες τάσεις βρίσκονται προς τη σωστή κατεύθυνση. Το 2016, 22 από τα 28 κράτη μέλη της ΕΕ αύξησαν τις αμυντικές τους δαπάνες και οι αμυντικές δαπάνες της ηπείρου συνολικά αυξήθηκαν και πάλι το επόμενο έτος. Η Λιθουανία και η Σουηδία μέχρι που επανέφεραν την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία.
Εκτός από τις αυξημένες δαπάνες σε εθνικό επίπεδο, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνεργάζονται για την οικοδόμηση μιας κοινής και αποτελεσματικής αμυντικής βιομηχανίας. Οι αμυντικές δαπάνες της Ευρώπης είναι δευτερεύουσες μόνο σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά πλήττονται από αναποτελεσματικότητα. Για να αντιμετωπίσει αυτό το ζήτημα, το 2017, το μπλοκ εγκατέστησε τη Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία (PESCO), μια σειρά έργων που αποσκοπούν στην αποφυγή αναποτελεσματικών ή επικαλυπτόμενων στρατιωτικών επενδύσεων καθώς και στον συντονισμό των προσπαθειών για την καταπολέμηση του κυβερνοχώρου και της ενεργειακής ασφάλειας. Την ίδια χρονιά, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δημιούργησαν το Ευρωπαϊκό Αμυντικό Ταμείο, το οποίο βοηθά στη χρηματοδότηση διακρατικών αμυντικών έργων.
Αυτές οι επενδύσεις στην Άμυνα, δεν πρόκειται να γίνουν χωρίς εμπόδια. Όπως αποδεικνύει η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας, η ήπειρος επιδιώκει να αναπτύξει τη δική της αμυντική βιομηχανία. Ωστόσο, τα εθνικά συμφέροντα στη στρατιωτική στρατηγική συχνά αποκλίνουν. Η Γερμανία, για παράδειγμα, απαγόρευσε στους κατασκευαστές όπλων της να εξάγουν όπλα στη Σαουδική Αραβία μετά τη δολοφονία του δημοσιογράφου Jamal Khashoggi, ενώ η Γαλλία συνεχίζει να βλέπει τη Σαουδική Αραβία ως αγορά εξαγωγών όπλων. Επιπλέον, μια αυξανόμενη ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία θα ανταγωνίζεται τις δουλειές των Αμερικανών, προσθέτοντας ένα ακόμη σημείο έντασης στη διατλαντική σχέση. Ήδη η Ουάσινγκτον δέχθηκε πυρά για την πίεση προς ευρωπαϊκές χώρες να αγοράσουν στρατιωτικό εξοπλισμό που κατασκευάστηκε από τις ΗΠΑ. Τον Μάρτιο, η Γαλλίδα υπουργός Άμυνας, Florence Parly, επεσήμανε ότι η διάταξη περί αμοιβαίας άμυνας της Συνθήκης του ΝΑΤΟ δεν απαιτεί από τις ευρωπαϊκές χώρες να αγοράζουν αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη. «Ονομάζεται άρθρο 5, όχι άρθρο F-35», είπε.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ
Όσον αφορά την άμυνα, η Ευρώπη πρέπει να συνεχίσει να επενδύει στο ΝΑΤΟ και να αναπτύξει μια εξωτερική πολιτική που θέτει τα συμφέροντα ασφαλείας πάνω από τυχόν μεταστροφή της ηπείρου σε σε ξένες στρατιωτικές δεσμεύσεις. Και όλο και πιο πολύ πάντως, η Ευρώπη θα πρέπει να στέλνει στρατεύματα στο εξωτερικό για να εξασφαλίσει τη σταθεροποίηση της περιφέρειας και των γειτονικών περιοχών της. Τα Βαλκάνια, για παράδειγμα, παραμένουν ένα ναρκοπέδιο, ειδικά δεδομένου ότι ορισμένα κράτη – και πιο πρόσφατα η Βόρεια Μακεδονία – εντάσσονται στο ΝΑΤΟ, ενώ άλλα, όπως η Σερβία, επιδιώκουν την εύνοια της Ρωσίας. Η κατάσταση στη Συρία παραμένει εύθραυστη και αν ο πόλεμος εκεί συνεχίσει να «σιγοκαίει», η Ευρώπη μπορεί να χρειαστεί να εξετάσει στρατιωτική επέμβαση για να αποφύγει ένα άλλο κύμα προσφύγων.
Η ευρωπαϊκή αυτονομία, ωστόσο, δεν μετράται μόνο με όρους άμυνας και ασφάλειας. Η Ευρώπη δεν πρέπει να παρασυρθεί από τις τεχνικές λεπτομέρειες των πολιτικών προμηθειών στον τομέα της άμυνας ή να επιδιώξει να δημιουργήσει αντίβαρο στην στρατιωτική δύναμη των ΗΠΑ. Αντ ‘αυτού, μια νέα ευρωπαϊκή στρατηγική θα πρέπει να μεγιστοποιήσει εκείνους τους τομείς στους οποίους η ΕΕ έχει ήδη συγκριτικό παγκόσμιο πλεονέκτημα: την οικονομική της βαρύτητα, το ενοποιημένο νόμισμα, την πολιτική και την ήπια ισχύ.
Για να αξιοποιηθούν τα πλεονεκτήματα αυτά στο μέγιστο βαθμό, οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να συμφιλιωθούν διανοητικά με την έννοια της εξουσίας, μια δύσκολη πρόταση για μια ήπειρο, όπου αρκετές γενιές πολιτικών, προστατευμένοι υπό την «ομπρέλα» ασφαλείας των Ηνωμένων Πολιτειών, έχουν αυτοκαθοριστεί από το σκεπτικό ότι οι σχέσεις δύναμης στη διεθνή σκηνή μπορούν να αντικατασταθούν από μια συνεργασία σε καθαρά και μόνο τεχνικό επίπεδο. Η ΕΕ επιθυμεί να βλέπει τον εαυτό της ως κανονιστική δύναμη, αξιοποιώντας τη ρυθμιστική εμπειρογνωμοσύνη της και την τεράστια, ολοκληρωμένη ενιαία αγορά, για να διαμορφώσει παγκόσμια πρότυπα και κανόνες για τα πάντα, από την προστασία του περιβάλλοντος ως εκείνη των προσωπικών δεδομένων.
Ότι οι εταιρείες των ΗΠΑ υιοθέτησαν τους όρους του Κανονισμού περί Γενικής Προστασίας Δεδομένων, του φιλόδοξου νόμου της ΕΕ για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, δείχνει πόσο αποτελεσματικό είναι το μπλοκ στο να εξάγει τους κανόνες του. Ωστόσο, η ΕΕ φαίνεται ότι υποτιμάει τη σημασία της σκληρής ισχύος, για χάρη της ήπιας. Όταν οι Βρυξέλλες διαπραγματεύονταν μια συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών με την Ουκρανία το 2014, έστειλαν στην πραγματικότητα οικονομολόγους σε μια βαθιά γεωπολιτική μάχη. Οι ηγέτες της ΕΕ όταν αναφέρονται στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας (συνεργασία με τις χώρες κατά μήκος των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ), αρκούνται σε ένα πακέτο μεταρρυθμίσεων, θεωρώντας ότι αποτελούν ένα απλό εργαλείο για την προώθηση της χρηστής διακυβέρνησης στα σύνορα της. Αυτό που απέτυχαν να εκτιμήσουν ήταν ότι η σημασία τους ήταν περισσότερο γεωπολιτική παρά κάτι άλλο. Οι περισσότεροι Ουκρανοί είδαν τη συμφωνία όχι ως μια συλλογή τεχνοκρατικών σημείων, αλλά ως μια ευκαιρία να αγκυροβολήσουν τη χώρα τους πληρέστερα στην Ευρώπη και έτσι να προκαλέσουν τη Ρωσία. Και πράγματι, όταν οι Ουκρανοί ανέτρεψαν τον πρόεδρό τους αφού αρνήθηκε να υπογράψουν μια συμφωνία σύνδεσης με την ΕΕ, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν αντέδρασε εισβάλλοντας στην ανατολική Ουκρανία προσαρτώντας την Κριμαία. Κατά ειρωνικό τρόπο, παρά την όποια συζήτηση για την αναχρονιστική, μακιαβελική κατανόηση της εξουσίας, ο Ρώσος πρόεδρος ήταν πολύ πιο συνειδητοποιημένος από τις Βρυξέλλες γύρω από την πραγματική σημασία των τεχνοκρατικών μέσων της ΕΕ. Η συνεσταλμένη υποστήριξη της Ευρώπης στην Ουκρανία, ενώ οι Ουκρανοί διαδήλωναν -και σε ορισμένες περιπτώσεις πέθαναν- ενώ σήκωσαν τη σημαία της ΕΕ, μάλλον ενθάρρυνε τη Μόσχα να εισβάλει στην Ουκρανία, να παρέμβει στη Συρία και να μπερδευτεί σε αρκετές δυτικές εκλογές. Αντί απλά να παρίσταται, η Ευρώπη θα έπρεπε να είχε δει την επανάσταση του Euromaidan ως μια ευκαιρία να υιοθετήσει στάση αρχών έναντι μιας ρεβιζιονιστικής Ρωσίας.
Οι προσπάθειες της Ευρώπης να συμφιλιωθεί με την εξουσία θα πρέπει να περιλαμβάνουν την κατανόηση του γεωπολιτικού ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει η ενιαία αγορά της για την εξασφάλιση της ευρωπαϊκής κυριαρχίας. Από το να σπάσει τα ρωσικά μονοπώλια φυσικού αερίου στην παρεμπόδιση των κινεζικών επενδύσεων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να χρησιμοποιήσει τα κανονιστικά της γραφειοκρατικά μέσα για να διασφαλίσει ότι η Ευρώπη δεν είναι θέατρο για τις ενέργειες των μεγάλων δυνάμεων. Για να το πράξουν, οι νομοθέτες θα πρέπει να ξεπεράσουν τη δογματική προσκόλλησή τους στη δεκτικότητα, και να θέσουν πιο ρεαλιστική υπεράσπιση των Ευρωπαίων πολιτών στον πυρήνα των οικονομικών πολιτικών της ΕΕ. Το ίδιο ισχύει για τους νόμους περί μετανάστευσης και ασύλου. Οι ισχυρότεροι συνοριακοί έλεγχοι, ένας βασικός πυλώνας κυριαρχίας, θα βοηθήσουν να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ των Βρυξελλών και των πολιτών σε όλη την ήπειρο, πολλοί από τους οποίους ανησυχούν ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ δεν μπόρεσαν να τα προστατεύσουν από εκείνους που θεωρούν ως απείθαρχους μετανάστες.
ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
Όσον αφορά την Ουάσιγκτον, μια πιο αυτόνομη Ευρώπη αναπόφευκτα θα σημαίνει περισσότερους πονοκεφάλους και διαφωνίες. Εξετάστε τις ευρωπαϊκές προσπάθειες να παρακάμψετε τις κυρώσεις των ΗΠΑ έναντι του Ιράν. Αν και αυτές οι προσπάθειες είναι σε μεγάλο βαθμό συμβολικές σε αυτό το στάδιο, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια πιο φιλόδοξη προσπάθεια προώθησης του ευρώ ως εναλλακτικού αποθεματικού νομίσματος, μειώνοντας την εξάρτηση των Ευρωπαίων από το αμερικανικό δολάριο και το χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ. Αυτό θα υποχρέωνε τις Ηνωμένες Πολιτείες να στηριχθούν λιγότερο στη βίαιη δύναμη της οικονομικής τους κυριαρχίας και περισσότερο στη διπλωματία και την πειθώ – μια ώθηση που είναι ανάθεμα στην αμερικανική διπλωματική κουλτούρα. Ωστόσο, αυτό είναι το τίμημα που πληρώνουμε για να έχουμε σοβαρούς, αξιόπιστους συμμάχους. Δεν είναι ρεαλιστικό να θεωρείς ότι όταν ζητάς από έναν εταίρο να αναλάβει ένα μεγαλύτερο μέρος της δικής του ασφάλειας, τα συμφέροντά του θα ευθυγραμμιστούν με τα δικά σου, με κάποιο τρόπο μαγικό. Οι πολιτικοί των ΗΠΑ απλώς δεν γίνεται να περιμένουν από την Ευρώπη να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες παραμένοντας ταυτόχρονα πολιτικά παθητική.
Τα καλά νέα είναι ότι η προθυμία της Ευρώπης να αναλάβει το δικό της βάρος θα δείξει τον δρόμο προς την εξασφάλιση μιας νέας διατλαντικής σχέσης. Θα αμβλύνει τις απογοητεύσεις και τη δυσαρέσκεια γύρω από την «τζάμπα» νοοτροπία που αναπαράγει ως επιχείρημα η αμερικανική πλευρά, και θα θεραπεύσει την αδυναμία και την εξάρτηση της ευρωπαϊκής. Σε πολλές περιπτώσεις, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επωφεληθούν σε μεγάλο βαθμό από τους Ευρωπαίους παράγοντες που θα υπερασπίζονται την ασφάλειά τους μόνοι τους σε περιοχές που είναι μόνο περιφερειακές ως προς τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Η υποστήριξη των ΗΠΑ σε επιχειρήσεις που λειτουργούν με Γάλλους εναντίον ομάδων που συνδέονται με την Αλ-Κάιντα στο Σαχέλ είναι, για παράδειγμα, απόδειξη ότι η ευρωπαϊκή ηγεσία μπορεί να εξυπηρετήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες καλά. Και δεδομένου ότι το αμερικανικό κοινό έχει δείξει λίγη βούληση να εμπλακεί περισσότερο στις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, μια μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ικανότητα προαγωγής της σταθερότητας σε μια περιοχή της οποίας τα προβλήματα συχνά επηρεάζουν άμεσα την Ευρώπη, θα επιτρέψουν στην Ουάσιγκτον να βρεθεί στη θέση εκείνου που ακολουθεί.
Πάνω απ ‘όλα, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού πρέπει να προσαρμόσουν τις προσδοκίες τους προς τα κάτω. Η Ευρώπη δεν θα είναι ποτέ τόσο «επίκεντρο» για τις Ηνωμένες Πολιτείες όπως ήταν κάποτε καθώς θα πρέπει να επικεντρωθεί στην εξασφάλιση της επιβίωσης του δικού της μοντέλου προτού διεκδικήσει παγκόσμιες φιλοδοξίες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να βοηθήσουν τους Ευρωπαίους στην επιχείρηση αυτή όσο το δυνατόν καλύτερα. Αλλά η κυβέρνηση Trump, με την αντιφατική στάση της, έχει ήδη χάσει κάποια από την επιρροή που είχε η Ουάσινγκτον. Αφήνοντας τον ρόλο του οικοδόμου εμπιστοσύνης μεταξύ των Ευρωπαίων και, με την απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να εγκαταλείψει την ΕΕ, χάνοντας έναν ιστορικό σύμμαχο στην κοινότητα, οι Ηνωμένες Πολιτείες βλέπουν πια το μεγαλύτερο μέρος της ικανότητάς τους να διαμορφώνουν θετικά αποτελέσματα στην Ευρώπη, να εξατμίζεται. Αντ ‘αυτού, έχουν επικεντρωθεί στην οικοδόμηση ισχυρών διμερών σχέσεων με μεμονωμένες χώρες, όπως με τη Γερμανία επί Obama και την Πολωνία επί Trump. Ένας νέος πρόεδρος των ΗΠΑ ενδέχεται να μην χαρακτηρίσει την Ευρωπαϊκή Ένωση ως «εχθρό», όπως έχει κάνει η κυβέρνηση Trump. Αλλά μόνο τα λόγια για κοινές αξίες και κοινή ιστορία, είναι απίθανο να μεταφραστούν σε μια αυξημένη προθυμία για την προστασία των ευρωπαϊκών συμφερόντων.
Οι παρατηρητές δεν πρέπει ούτε να θρηνήσουν για αυτή την κατάσταση των πραγμάτων ούτε να νοσταλγούν για το παρελθόν. Εάν η Ευρώπη μπορέσει να επιλέξει τη δική της πορεία, η διατλαντική σχέση θα ωριμάσει σε μια πιο ισορροπημένη συμμαχία. Μέχρι το 2030, το ΝΑΤΟ θα μπορούσε να είναι ισχυρότερο και πιο ικανό από αυτό που είναι σήμερα. Η ΕΕ θα μπορούσε να αναλάβει στρατιωτική δράση για τον τερματισμό των μελλοντικών πολέμων στην περιφέρειά της. Θα μπορούσε να επενδύσει στη Λευκορωσία, τη Μολδαβία, την Ουκρανία και τα Βαλκάνια, ανταπαντώντας έτσι στην εκεί κινεζική και ρωσική επιρροή.
Από την ανάπτυξη βέλτιστων πρακτικών για τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης ως απάντηση στις αθέμιτες κινεζικές εμπορικές πρακτικές για την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη από κοινού, είναι ακόμα απαραίτητες όταν πρόκειται για τη διαμόρφωση της κανονικότητας και των κανόνων του αύριο. Η διατλαντική συμμαχία είναι απίθανο να μοιάζει με αυτή που ήταν κάποτε. Μπορεί να υπάρχει περισσότερη απόσταση και δυσπιστία. Τα αδέλφια συχνά απομακρύνονται όσο μεγαλώνουν. Κάνουν επιλογές, διαλέγουν συντρόφους και ακολουθούν καριέρες που ο ένας δεν εγκρίνει για τον άλλον απαραίτητα. Αλλά στο τέλος, οι δεσμοί που τους ενώνουν είναι ισχυρότεροι από τις μεμονωμένες επιλογές που τους χωρίζουν.
