Είναι πολύ συνηθισμένο να ακούμε σήμερα ότι «ο Assad κέρδισε» ή ότι «ο πόλεμος τέλειωσε». Αναμενόμενο. Σχεδόν τα 2/3 της Συρίας βρίσκονται υπό τον έλεγχο του καθεστώτος. Και μετά τη στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας στη Συρία, τον Σεπτέμβριο του 2015, η αντιπολίτευση δεν έχει κερδίσει ούτε μία μεγάλη μάχη, χάνοντας τα περισσότερα από τα δικά της εδάφη. Στο μεταξύ, στην ανατολική Συρία, το χαλιφάτο του Ισλαμικού Καθεστώτος υπέστη την τελική του ήττα στο χωριό της Μπαγούζ, τέλη Μαρτίου.
Για εκείνους που υπερασπίζονται το καθεστώς εδώ και πολύ καιρό, αυτή είναι η στιγμή για πανηγυρισμούς και ανακούφιση, καθώς και εντατικοποίηση των συνεννοήσεων προκειμένου ο κόσμος να αποδεχτεί τη νέα πραγματικότητα, να βάλει τέρμα στις κυρώσεις, και να βοηθήσει τη Συρία να ανοικοδομηθεί, με την κυριαρχία να επιβάλλεται σε όλες τις γωνιές της χώρας. Αυτές οι επικλήσεις δεν είναι καινούριες καθώς κερδίζουν έδαφος μεταξύ επιφανών προσώπων επιρροής και διαμόρφωσης πολιτικής και κοινής γνώμης. Για παράδειγμα το Κέντρο Κάρτερ (ΜΚΟ) -που ιδρύθηκε από τον πρώην Πρόεδρο των ΗΠΑ Jimmy Carter- ήταν ένας από τους οικοδεσπότες μιας συνάντησης που διοργανώθηκε στο Λονδίνο τον Απρίλιο, και στην οποία συζητήθηκαν θέματα όπως «η αποκατάσταση της εδαφικής κυριαρχίας» και «πώς θα διασφαλιστεί η απομάκρυνση ενόπλων δυνάμεων που δρουν στη Συρία χωρίς τη συγκατάθεση της Συριακής κυβέρνησης». Έτερος συνδιοργανωτής ήταν η British Syrian Society, μία φιλοκυβερνητική ομάδα που ιδρύθηκε από τον πεθερό του Bashar al-Assad: τον Fawaz Akhras, τον άνθρωπο που το 2012 συμβούλευε τον Assad πώς να αντικρούει τις αποδείξεις για βασανισμούς αμάχων. Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι δε, ο αδερφός του φερόμενου ως επικεφαλής των χημικών όπλων της χώρας.
Υπάρχει μόνο ένα πρόβλημα: Το καθεστώς Assad δεν έχει «κερδίσει» τίποτα. Έχει απλώς επιβιώσει με κόστος το αίμα και τον φόβο των Σύριων. Η σταθερότητα είναι πολύ μακριά. Οι τελευταίες αντιστάσεις της αντιπολίτευσης, βορειοδυτικά της χώρας, φαίνονται ακόμη να αντέχουν. Πολλά σημάδια μελλοντικής αστάθειας υπάρχουν και σε άλλα μέρη της χώρας. Η Συρία δεν είναι πλέον σε ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο, αλλά η πολιτική κρίση της χώρας εντείνεται. Οι βασικές αιτίες που έδωσαν τη θέση τους στην εξέγερση το 2011 εξακολουθούν να υφίστανται – οι περισσότερες είναι τώρα ακόμη χειρότερες. Ακόμη και σε εδάφη που κρατούνταν πάντα από το καθεστώς και κατοικούνται από τους πιο ένθερμους υπερασπιστές του, η καθημερινότητα σήμερα παρουσιάζει περισσότερες προκλήσεις από ό,τι κατά τη διάρκεια των πιο έντονων ημερών της σύρραξης.
Μια ειλικρινής συζήτηση για τη Συρία θα πρέπει να αναγνωρίσει πόσο ασταθής είναι η κατάσταση που επικρατεί και πώς η ίδια η επιβίωση του καθεστώτος εγγυάται χάος, αστάθεια και συγκρούσεις για πολλά χρόνια.
Ιντλίμπ: Μια μάχη χωρίς το Ιράν
Η τελευταία ζώνη αντιπολίτευσης στη Συρία βρίσκεται στα βορειοδυτικά, όπου περίπου το 4% της συνολικής επικράτειας της χώρας φιλοξενεί 3 εκατομμύρια πολίτες, οι μισοί περίπου από τους οποίους έχουν εκτοπιστεί από τα σπίτια τους. Μέσα σε αυτή την ευρύτερη περιοχή του Ιντλίμπ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, περίπου 60.000 ένοπλοι μαχητές είναι αποφασισμένοι να συνεχίσουν την πάλη εναντίον του καθεστώτος και των υποστηρικτών του. Περίπου το ήμισυ αυτού του αριθμού υπακούει σε φατρίες από την ευρεία γκάμα της αντιπολίτευσης, και το άλλο μισό ανήκει σε ομάδες τζιχάντ, από τις οποίες κάποιες παραμένουν πιστές στην al Qaeda.
Επί σχεδόν δύο μήνες τώρα, αυτό το μικρό σημείο της επικράτειας είναι ο στόχος μιας επίθεσης ευρείας κλίμακας από τις δυνάμεις εδάφους και τις αεροπορικές δυνάμεις του καθεστώτος. Μια εκστρατεία τιμωρίας από αέρα και πυροβολικό έχει προετοιμάσει το έδαφος για την εισβολή εδάφους από τις πιο πιστές μονάδες του καθεστώτος, συμπεριλαμβανομένων της περιβόητης ταξιαρχίας «Τίγρης», της Ρεπουμπλικανικής Φρουράς και της 4ης τεθωρακισμένης Μεραχίας. Και όμως, μετά από περισσότερο από 10 εβδομάδες, το καθεστώς έχει καταφέρει να ανακτήσει μόνο το 1% του εδάφους, με κόστος εκατοντάδες στρατιώτες, δεκάδες τανκς και τεθωρακισμένα οχήματα και αρκετά αεροσκάφη. Εν τω μεταξύ, 400 πολίτες έχουν σκοτωθεί και 330.000 εκτοπιστεί. Τα στρατόπεδα για τους εκτοπισμένους είναι γεμάτα, και οι ελαιώνες έχουν γίνει τα σπίτια για τις οικογένειες που φεύγουν προκειμένου να γλιτώσουν τον ανελέητο βομβαρδισμό εναέριων μέσων και πυροβολικού.
Δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη ότι το καθεστώς της Συρίας στερείται ανθρώπινου δυναμικού που θα συνέβαλε στο να ανακτήσει τον έλεγχο και να διατηρήσει την υπόλοιπη χώρα, από τα πρόσφατα γεγονότα του Ιντλίμπ. Το κλειδί εδώ είναι η άρνηση του Ιράν να αναπτύξει παραστρατιωτικούς συμμάχους του στη μάχη του Ιντλίμπ, υποστηρίζοντας, ήδη από τη συνάντηση στην Αστάνα του Καζακστάν, τον Φεβρουάριο, ότι η βορειοδυτική πλευρά είχε ελάχιστη στρατηγική σημασία για τα συμφέροντά του στη Συρία. Η σημασία του Ιράν για τον Assad -και για τη Ρωσία- δεν υπήρξε ποτέ άλλοτε τόσο ξεκάθαρη. Αυτό από μόνο του θα πρέπει να εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την αξιοπιστία οποιουδήποτε αιτήματος για αποχώρηση όλων των δυνάμεων που συνδέονται με το Ιράν, και το ίδιο το Ιράν από τη Συρία, όπως συνεχίζει η κυβέρνηση Trump να προβάλει ως προϋπόθεση για σοβαρές συνομιλίες.
Παρόλο που ο Assad διατηρεί το στόχο του να ανακαταλάβει κάθε εκατοστό της Συρίας, αυτό το μόνο 4% μοιάζει να είναι μια πρόκληση πέρα από τα όρια του καθεστώτος. Στην πραγματικότητα, μετά από μια σοκαριστική επίθεση στη Λαττάκεια τις τελευταίες ημέρες, έχουν αρχίσει να εμφανίζονται σημάδια που υποδηλώνουν ότι το καθεστώς μπορεί να αρχίσει να υποχωρεί, μειώνοντας την ανάπτυξη της πρώτης γραμμής. Εάν η Τουρκία συνεχίσει να υποστηρίζει τους συμμάχους της με βαριά όπλα, ενδέχεται να γίνουμε μάρτυρες της λεγόμενης Γαζοποίησης του Ιντλίμπ, όπου η περιοχή θα υφίσταται de facto πολιορκία και θα υποτάσσεται στην εξτρεμιστική κυριαρχία. Άλλωστε, η τζιχαντιστική οργάνωση, πρώην σύμμαχός της al Qaeda, Hayat Tahrir al-Sham, ήδη το προτείνει: η αποκαλούμενη Κυβέρνησή Σωτηρίας της, να γίνει η de facto αρμόδια αρχή της περιοχής. Το σενάριο αυτό απέχει πολύ από τα συμφέροντα των υπολοίπων, πόσο μάλλον από εκείνα των τριών εκατομμυρίων πολιτών της περιοχής.
Αν συνεχιστεί η χαοτική και βίαιη κατάσταση στην περιοχή, θα επωφεληθούν και άλλες ομάδες της al Qaeda: εκείνες οι φατρίες, όπως η Tanzim Huras al-Din, που έχουν επανέρθει στο στρατιωτικό πρότυπο τζιχάντ του Osama bin Laden. Παρόλο που αυτές οι ομάδες ισχυρίζονται ότι επικεντρώνονται στη στρατιωτική μάχη στη βορειοδυτική Συρία, αξιόπιστες πηγές μεταφέρουν ότι κοιτάνε επίσης και τον «ακραίο εχθρό», τη Δύση. Τρεις ξεχωριστές ισλαμικές πηγές με βάση το Idlib, έχουν επισημάνει χωριστά η κάθε μία, από τα μέσα του 2018, ότι πραγματοποιούνται δημόσιες συζητήσεις σε άτυπες συγκεντρώσεις ισλαμιστών και τζιχαντιστών, στους οποίους οι πιστοί της al Qaeda, υπογράμμισαν τη σημασία της χρήσης του Ιντλίμπ ως χώρο δράσης για εξωτερικές επιχειρήσεις.
Τέτοιες συζητήσεις, όπως λένε, δεν είχαν πραγματοποιηθεί ποτέ σε δημόσιους χώρους μέσα σε αυτά τα οκτώ χρόνια σύγκρουσης στη Συρία. Ότι οι σκληροπυρηνικοί υποστηρικτές της al Qaeda, αισθάνονται τέτοια αυτοπεποίθηση για να μιλήσουν με αυτόν τον τρόπο τώρα, πρέπει να αποτελέσει πηγή βαθιάς ανησυχίας. Αλλά η λύση σε μια τέτοια απειλή δεν είναι ο συστηματικός βομβαρδισμός («carpet bombing») από τον Assad. Αν μη τι άλλο, αυτό μπορεί να επιδεινώσει την απειλή και να κάνει τον εντοπισμό της ακόμα πιο δύσκολο. Το γεγονός ότι, στις 30 Ιουνίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν το πρώτο τους χτύπημα εναντίον ενός στόχου της al Qaeda στη βορειοδυτική Συρία σε διάστημα δύο ετών – παρά την απαγόρευση της πρόσβασης στον εναέριο χώρο της Ρωσίας – υπογραμμίζει τη σοβαρότητα της αναπτυσσόμενης τρομοκρατικής απειλής.
Το Ισλαμικό Κράτος: παραμένει, αλλά δεν επεκτείνεται – ακόμη.
Αν και το Ισλαμικό Κράτος έχει απολέσει πράγματι την εδαφική του βάση – που υπήρξε το μέγεθος του Ηνωμένου Βασιλείου, εκτεινόμενη συνεχώς προς τμήματα της Συρίας και του Ιράκ – το ίδιο έχει διατηρήσει έναν ανησυχητικά υψηλό ρυθμό επιχειρήσεων στην ανατολική Συρία τους τελευταίους μήνες. Σύμφωνα με δημοσιεύματα ανοιχτών πηγών, από το Μάρτιο σημειώθηκαν πάνω από 370 επιθέσεις στην ανατολική Συρία, οι οποίες αποδίδονται κυρίως στο Ισλαμικό Κράτος και τους εν υπνώσει πυρήνες του.
Αν και η κυβέρνηση Trump επιμένει τώρα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν κι εκείνες στη Συρία, παρά την αρχική ανακοίνωση του Προέδρου Donald Trump για πλήρη αποχώρηση τον περασμένο Δεκέμβριο, θα το κάνουν με μια εξασθενημένη δύναμη. Σύμφωνα με σχετικές αναφορές, ο αριθμός των Αμερικανών στρατιωτών ανέρχεται σε 1.000 περίπου τώρα, και 400 έως το φθινόπωρο του 2020. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία συμφώνησαν σε οριακές αυξήσεις στρατευμάτων (περίπου 10 με 15% η κάθε μία χώρα) και ορισμένα βαλκανικά και βαλτικά κράτη έχουν υποσχεθεί να στείλουν από καμία δεκαριά. Αυτό σημαίνει ότι η συνολική συνεισφορά μη αμερικανικών στρατιωτών, θα ανέρχεται περίπου στους 600.
Αν και οι 600 είναι σίγουρα κάτι περισσότερο από τους 400 Αμερικανούς στρατιώτες που πρόκειται να παραμείνουν μέχρι το επόμενο φθινόπωρο, δεν είναι ούτε το ελάχιστο που θα έπρεπε να γίνει προκειμένου να κρατηθεί το Ισλαμικό Κράτος μακριά, προκειμένου να εκπαιδευτεί ο φιλοδυτικός σύμμαχος των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF), να αποκρουστούν απειλές από τη Συρία, τη Ρωσία, το Ιράν, και την Τουρκία, και προκειμένου να πειστούν οι νευρικές αραβικές φυλές να παραμείνουν πιστές στον SDF, που ηγείται από Κούρδους. Ακόμα χειρότερα, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι ένας τέτοιος αριθμός θα είναι αρκετός για να μετριάσει το βαθύ σκεπτικισμό του Trump όσον αφορά τη διατήρηση της αποστολής. Είναι επομένως δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι η τρέχουσα στρατηγική των ΗΠΑ στο πρώην οχυρό του Ισλαμικού Κράτους ανατολικά του ποταμού Ευφράτη, θα είναι βιώσιμη.
Στο μεταξύ, το Ισλαμικό Κράτος δεν επιχειρεί μόνο ανατολικά του Ευφράτη. Η οργάνωση διατηρεί μια ακόμη ισχυρότερη δύναμη μάχης δυτικά του ποταμού, σε εδάφη που υπάγονται στο καθεστώς – περιοχή η οποία όμως δεν είναι πλέον προτεραιότητά του σε ό,τι αφορά την ασφάλεια. Για την ακρίβεια, λίγο πριν την επίθεση στο Ιντλίμπ, δύο ολόκληρα τάγματα του συριακού στρατού απελευθερώθηκαν από μια πολιορκία πολλών ισλαμιστών μαχητών στην έρημο Μπαντίγια. Το Ισλαμικό Κράτος τρομοκρατούσε τις Συριακές στρατιωτικές και συμμαχικές μονάδες σε όλη την έρημο για εβδομάδες, και μετά το περιστατικό της πολιορκίας, πραγματοποιήθηκε συνάντηση στην περιοχή για να συζητηθεί η απειλή του. Σύμφωνα με αναφορές, αποφασίστηκε να μην επιτεθεί το καθεστώς, αλλά να προσπαθήσει αντ’ αυτού να παρακολουθήσει και να περιορίσει την οργάνωση – ένα σαφές κατηγορητήριο για τις προτεραιότητες που θέτει ο Assad στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας.
Αφού αρνήθηκαν να υποστηρίξουν τις επιχειρήσεις του Ιντλίμπ, το Ιράν με τη Χεζμπολάχ φαίνεται να έχουν επεκτείνει την παρουσία τους στην κεντρική αυτή ερημική περιοχή. Αλλά αυτές οι ιρανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις φέρνουν μαζί τους προς εκτέλεση και μη στρατιωτικούς στόχους, συμπεριλαμβανομένης της διάδοσης της σιιτικής ισλαμικής διδασκαλίας, καθοδηγήσεις ως προς τη στρατολόγηση από Σιίτες στρατιώτες, καθώς και ιρανικά θρησκευτικά και πολιτιστικά ιδρύματα και φιλανθρωπίες. Σε μια συντηρητική περιοχή της Συρίας, είναι δύσκολο να μην δούμε τέτοιες ιρανικές δραστηριότητες ως μια πιθανή ευκαιρία για το ισλαμικό κράτος να απαντήσει από την πλευρά του με δική του στρατολόγηση.
Φθίνουσα συμφιλίωση
Εκτός από την Idlib, η αντιπολίτευση της Συρίας είχε υπό τον έλεγχό της τρεις ακόμη εδαφικές περιοχές: νότια και νοτιοδυτικά της Συρίας, την περιοχή της Ανατολικής Γούτα της Δαμασκού και την αγροτική περιοχή Χομς. Αυτές οι περιοχές ορίστηκαν ως ζώνες αποκλιμάκωσης από τη Ρωσία, το Ιράν και την Τουρκία στην Αστάνα στα μέσα του 2017, θεωρητικά για να μειωθούν οι συγκρούσεις στη Συρία. Στην πραγματικότητα, όμως, ο σχεδιασμός ανατροπής ήταν μια κακοήθης ρωσική πρωτοβουλία για την επίλυση των ελλείψεων του ανθρώπινου δυναμικού του καθεστώτος Assad, επιτρέποντάς του να απομακρύνει μία ζώνη κάθε φορά, ξεκινώντας από την Ανατολική Γούτα μεταξύ Φεβρουαρίου και Απριλίου 2018, στη συνέχεια στην επαρχία Χομς μεταξύ Απριλίου και Μαΐου και, τέλος, τη νότια Συρία μεταξύ Ιουνίου και Ιουλίου. Και οι τρεις ζώνες βρέθηκαν τελικά υπό την αιγίδα των αποκαλούμενων συμφωνιών συμφιλίωσης, παρέχοντας στους πολίτες την ευκαιρία να παραμείνουν εκεί, υπό την προϋπόθεση ότι θα συμφιλιωθούν με το καθεστώς και θα παραμείνουν υπό την κυριαρχία του. Οι συμφιλιωμένες ένοπλες ομάδες συγχωνεύτηκαν σε δομές μόνο θεωρητικά εντός του Συριακού Στρατού, παραμένοντας στις περιοχές τους υπό τη ρωσική κηδεμονία.
Τελικά, η επιστροφή του καθεστώτος επιδείνωσε την κρατική καταπίεση, έφερε καταναγκαστική στρατολόγηση και μειωμένες υπηρεσίες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, έφερε τους ντόπιους στη μέση μιας αντιπαλότητας ανάμεσα σε Ρώσους και υποστηριζόμενους από το Ιράν παράγοντες τοπικής ασφάλειας. Η Ανατολική Γιούτα, για παράδειγμα, έχει γίνει μια «μαύρη τρύπα» γεμάτη με σημεία ελέγχων ασφαλείας, μυστικές ρωσικές φυλακές και εγκαταστάσεις ιρανικής πολιτοφυλακής. Όλο και περισσότεροι συμφιλιωμένοι μαχητές της αντιπολίτευσης βρέθηκαν να πολεμούν τους πρώην συντρόφους τους, όπως έγινε στο Ιντλίμπ, όπου πολλοί νότιοι μαχητές έχουν πεθάνει τις τελευταίες εβδομάδες. Καμία συμφιλίωση δεν έχει γίνει με την κεντρική κυβέρνηση, μόνο υποταγή σ’ αυτή.
Ως εκ τούτου, η αστάθεια αυξάνεται, ιδίως στη νότια Συρία, όπου αξιωματούχοι ασφαλείας του καθεστώτος την κήρυξαν πρόσφατα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Δεκάδες επιδρομές ανταρτών πραγματοποιήθηκαν στο Νταράα τους τελευταίους μήνες μέσω υπόγειων δικτύων, και, κατά τους ισχυρισμούς, και από συμφιλιωμένους μαχητές που τώρα εμφανίζονται στα χαρτιά μόνο, ως δυνάμεις του καθεστώτος.
Ξένοι κατακτητές και γεωπολιτικοί αντίπαλοι
Ενώ το 62% περίπου της Συρίας βρίσκεται υπό τον έλεγχο του Συριακού καθεστώτος, το 38% δεν είναι. Όλο αυτό το 38% ελέγχεται, σε διαφορετικό βαθμό, από συριακούς παράγοντες οι οποίοι επηρεάζονται και εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από ξένες κυβερνήσεις. Στην ανατολική και βορειοανατολική Συρία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο συμμαχικός συνασπισμός αντί-Ισλαμικού Κράτους ελέγχουν το 28% της Συρίας, ενώ η Τουρκία ασκεί κυρίαρχο έλεγχο σε ποσοστό πάνω από το 10% της συριακής επικράτειας, που εκτείνεται στο βόρειο Χαλέπι και τη βορειοδυτική Συρία. Η συμμετοχή της Τουρκίας και των Ηνωμένων Πολιτειών έχει δημιουργήσει πολλαπλά σημεία δυνητικών διακρατικών και παρακρατικών συγκρούσεων, είτε μεταξύ Κούρδων και Αράβων, την αντιπολίτευση έναντι του SDF, τις ΗΠΑ έναντι του Ιράν, τη Ρωσία, το καθεστώς της Συρίας και, ενδεχομένως, την Τουρκία, και το καθεστώς έναντι όλων των άλλων.
Σε αυτήν την μετά το Ισλαμικό Κράτος φάση, στην οποία όλοι οι κρατικοί φορείς επιδιώκουν να επεκτείνουν, να ενισχύσουν ή να εδραιώσουν τη συμμετοχή τους στη Συρία, χαράσσονται νέες πορείες και οι πιθανότητες κάποιες από αυτές τις εντάσεις να επιλυθούν είναι στην καλύτερη περίπτωση αβέβαιες. Η Τουρκία είναι εξαιρετικά απίθανο να απομακρυνθεί από τις περιοχές όπου είναι τώρα παρούσα, παρά την ανθεκτική κουρδική εξέγερση που αντιμετωπίζει σε ολόκληρο το βόρειο Χαλέπι και το Αφρίν. Εν τω μεταξύ, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι επίσης τριγύρω, τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον. Ορισμένες ειρηνευτικές συνομιλίες (για παράδειγμα αυτές μεταξύ του SDF και της Δαμασκού) βρίσκονται σε παύση, ενώ άλλες (όπως αυτές μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Τουρκίας) έχουν παγώσει. Πουθενά δεν έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος.
Στο μεταξύ, το Ισραήλ εξακολουθεί να βλέπει την παρουσία του Ιράν κοντά στα σύνορά του ως απειλή με αποτέλεσμα να προκαλεί επιθέσεις στο έδαφος της Συρίας. Η παράδοση από την Ρωσία των συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας S-300 στη Συρία, η εγκατάστασή τους στην αεροπορική βάση Masyaf και η εφαρμογή τους σε λειτουργία τον Φεβρουάριο, δεν φαίνεται να αποθάρρυναν την ισραηλινή στρατιωτική δράση, η οποία συνεχίστηκε από τότε. Στην πραγματικότητα, μια σειρά επιθέσεων ενάντια σε πάνω από δέκα στόχους που συνδέονται με το Ιράν και τη Χεζμπολάχ στη Χομς και τη Δαμασκό αργά την 30η Ιουνίου φαίνεται ότι ήταν η σημαντικότερη επιχείρηση του Ισραήλ στη Συρία από το Μάιο του 2018.
Το ενδεχόμενο ακούσιας κλιμάκωσης μεταξύ του Ισραήλ και του Ιράν είναι υψηλότερο εν μέσω των ευρέων ισχυρισμών περί ιρανικών επιθέσεων στα δεξαμενόπλοια, της κατάρριψης αμερικανικού μη επανδρωμένου αεροσκάφους, της ενθάρρυνσης των ιρακινών πολιτοφυλακών να σφυροκοπούν εγκαταστάσεις που συνδέονταν με τις ΗΠΑ στο Ιράκ και της διευκόλυνσης των επιθέσεων ανταρτών Χούθι εναντίον σαουδαραβικών στόχων. Σε περίπτωση κλιμάκωσης εντάσεων και εχθροπραξιών μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, το Ιράν ενδέχεται επίσης να δει τα στρατεύματα των Η.Π.Α. στη Συρία ως ένα ετοιμόρροπο ώριμο φρούτο, αυξάνοντας κατά πολύ τον κίνδυνο θανατηφόρων συνεπειών.
Οικονομία, κυρώσεις και ανοικοδόμηση
Πέρα από τα στρατιωτικά ζητήματα και την ασφάλεια, η Συρία φαίνεται ότι θα υποστεί τις οικονομικές συνέπειες οκτώ ετών βίαιης σύγκρουσης, κατά την οποία η κρατική βία κατέστρεψε τη χώρα και μεγάλο μέρος της βασικής υποδομής της, μην επιτρέποντάς της να θυμίζει πλέον σε τίποτα έθνος-κράτος, στρέφοντας επιπλέον εναντίον της και μια εκστρατεία διεθνούς απομόνωσης μέσω κυρώσεων. Επιπλέον, μεγάλο μέρος των ενεργειακών πόρων της Συρίας και της γεωργίας βρίσκονται υπό τον έλεγχο του SDF και του συνασπισμού που υποστηρίζονται από τις ΗΠΑ, ενώ οι πετρελαϊκές κυρώσεις, οι διεθνείς απαγορεύσεις, και οι επιθέσεις σε υποβρύχιους αγωγούς της Συρίας έχουν απειλήσει τις αποστολές ιρανικού πετρελαίου από τις οποίες εξαρτάται το καθεστώς Assad. Η Δαμασκός χτυπήθηκε από μια συντριπτική κρίση καυσίμων τον Απρίλιο, μετά από μια πεντάμηνη περίοδο κατά την οποία το Ιράν δεν μπορούσε με τίποτα να στείλει πετρέλαιο στη Συρία.
Η διαφθορά και η κακοδιαχείριση του καθεστώτος αποτελούν αναμφίβολα τη μεγαλύτερη πηγή οικονομικής δυσπραγίας. Η απογοήτευση και ο θυμός των πολιτών αυξήθηκαν αισθητά στις κοινότητες πιστών του καθεστώτος στη Συρία, δεδομένου ότι η επονομαζόμενη μεταπολεμική ζωή έχει δει στην πραγματικότητα προσωπικές οικονομικές καταστάσεις να επιδεινώνονται παρά να βελτιώνονται. Οι πολίτες ήταν πρόθυμοι να παραιτηθούν από ορισμένα πράγματα εν μέσω της έντασης των εμφύλιων συγκρούσεων, αλλά η πραγματικότητα της ζωής το 2019 φαίνεται ολοένα και πιο απαράδεκτη ανάμεσα στους υποστηρικτές και τους αποδέκτες του καθεστώτος. Αν και αυτό είναι απίθανο να πυροδοτήσει οτιδήποτε που θα θύμιζε έστω μια δεύτερη επανάσταση, δημιουργεί δυνητικά υπαρξιακά διλήμματα, για ένα καθεστώς με λίγους πόρους και έναν τεράστιο κατάλογο απαιτήσεων από τη βάση υποστήριξής του.
Ακόμα χειρότερο για τις προοπτικές σταθεροποίησης της Συρίας είναι το εύρος της ανοικοδόμησης που απαιτείται, για την οποία η Παγκόσμια Τράπεζα έκρινε το 2016 ότι θα κοστίσει 450 δισεκατομμύρια δολάρια, υπό τον όρο ότι η σύγκρουση θα είχε λήξει το 2017, ή 780 δισεκατομμύρια δολάρια αν συνεχιστεί η σύγκρουση μέχρι το 2021, σε μια περίοδο επούλωσης διάρκειας άνω των 50 ετών. Και αυτό υποθέτοντας ότι έχει εξαλειφθεί εξ ολοκλήρου η διαφθορά καθώς και το ότι οι δαπάνες θα ξοδεύονται στοχευμένα – δύο προϋποθέσεις που δύσκολα θα υλοποιηθούν. Ακόμα κι αν εξασφαλίζονταν οι πραγματικά τέλειες συνθήκες, το εύρος της πρόκλησης θα παρέμενε μεγάλο. Πάρτε για παράδειγμα το έργο της ανασυγκρότησης 2 εκατομμυρίων κατοικιών. Για να γίνει αυτό με λογικό ρυθμό, η Συρία θα πρέπει να εισαγάγει 25 εκατομμύρια τόνους τσιμέντου και 5 εκατομμύρια τόνους σιδήρου κάθε χρόνο για 10 χρόνια, για τα οποία δεν έχει τίποτα, ούτε τα χρήματα ούτε τις υποδομές (δρόμους, λιμάνια, εγκαταστάσεις μεταφοράς) για να το κάνει. Μόνο για να αναμιχθεί το τσιμέντο θα απαιτούσε μια τρομακτική εισαγωγή νερού.
Λαμβάνοντας υπόψη τα αμέτρητα εγκλήματα πολέμου και τις αγριότητες που έχει διαπράξει το καθεστώς από το 2011 και τη συνεχιζόμενη αντίθεσή του σε ενδεχόμενες διεθνείς προσπάθειες διαμεσολάβησης, δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέσουμε ότι η διεθνής κοινότητα θα χαλαρώσει τα οικονομικά μέτρα εναντίον της χώρας τώρα κοντά. Η συνολική στασιμότητα, η εκτεταμένη καταστροφή, η οικονομική κρίση, η ανικανότητα της κυβέρνησης και η επιδείνωση της αστάθειας είναι τα είδη των συνθηκών που επιτρέπουν στους κακοποιούς να ευδοκιμήσουν. Είτε μέσω της εγκληματικότητας, του πολέμου, των τοπικών εξεγέρσεων ή της εκτεταμένης τρομοκρατικής δράσης, η ανασφάλεια και η βία είναι πιθανό να είναι οι πρωταρχικές συνέπειες του status quo – μιας κατάστασης που θα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις αποφάσεις που λαμβάνονται στη Δαμασκό, τη Μόσχα και την Τεχεράνη, και όχι στην Ουάσινγκτον.
Πολιτικές επιπτώσεις
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους έχουν συμφέροντα στη Συρία, είτε θέλουν να το παραδεχτούν είτε όχι. Ούτε η εδαφική ήττα του Ισλαμικού Κράτους ούτε η επιβράδυνση και εξέλιξη της πολιτικής σύγκρουσης της Συρίας είναι ένας λόγος για να αποσύρουν την προσοχή, τις επενδύσεις, τα στρατεύματα ή τις διπλωματικές ενέργειες από τη χώρα. Στην πραγματικότητα, είναι αυτό το πλήθος και η έκταση των απειλών και προκλήσεων της Συρίας που καθιστούν περισσότερο αναγκαίο από ποτέ τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους να διπλασιάσουν τις δεσμεύσεις τους. Η άμεση εστίαση θα πρέπει να αφορά την αξιοποίηση της υπάρχουσας μόχλευσης για να τεθούν οι προϋποθέσεις για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Η αποκαλούμενη διαδικασία της Γενεύης μπορεί να είναι εκ του αποτελέσματος «νεκρή», αλλά η έννοια της διευθέτησης μέσω διαπραγματεύσεων δεν είναι και δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί. Πρόσφατες συναντήσεις μεταξύ της Ρωσίας και των Ηνωμένων Πολιτειών στο Σότσι, τη Νέα Υόρκη και την Ιερουσαλήμ έθεσαν το σκηνικό για μια ενδεχομένως μοιραία διπλωματική διαδικασία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ρωσία θέλει και χρειάζεται να ολοκληρώσει κάποια μορφή μεγάλης πολιτικής διευθέτησης που θα έχει την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Ουάσινγκτον δεν θα δώσει την έγκρισή της χωρίς αντάλλαγμα. Τα τρέχοντα αιτήματα της κυβέρνησης Trump για τη Συρία -ειδικά όσον αφορά το Ιράν- είναι εντελώς μη ρεαλιστικά, αλλά θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος ότι έχουν σχεδιαστεί για να αποτελέσουν σημεία εκκίνησης των διαπραγματεύσεων με τη Μόσχα. Η στρατηγική αυτή δεν είναι κατ ‘ανάγκην ακατανόητη, αλλά σίγουρα θα μείνει ατελέσφορη, εκτός κι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να γίνουν πιο συγκεκριμένες σχετικά με το τι θα ήθελαν να επιτύχουν στη Συρία και τι θα μπορούσαν να προσφέρουν για αυτό τον σκοπό. Μετά την ανακοίνωση-σοκ της απόσυρσης του Trump τον Δεκέμβριο του 2018, οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ υπήρξαν ανήσυχοι και διστακτικοί για να συζητήσουν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σχετικά με τη στρατηγική της Συρίας – από φόβο μην αφυπνίσουν τα απλοϊκά ένστικτα του Προέδρου.
Ένα πράγμα είναι σαφές: εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφασίσουν τελικά να εγκαταλείψουν τη Συρία σ’ αυτή τη γενικευμένη κατάσταση αναταραχής σήμερα, το χάος που θα προκύψει αύριο, θα επιστρέψει για να στοιχειώσει τους πάντες. Και την επόμενη φορά, ίσως να μην υπάρχει τίποτα που να μπορεί να κάνει κάποιος γι ‘αυτό.
