Καθώς η Ευρώπη όδευε προς πόλεμο το καλοκαίρι του 1914, δύο πολεμικά πλοία κατασκευάζονταν για την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα βρετανικά ναυπηγεία. Ανήσυχος από τα σημάδια μιας οθωμανογερμανικής συμμαχίας, ο Winston Churchill, τότε πρώτος λόρδος του Ναυαρχείου, κατάσχεσε τα πλοία. Στη συνέχεια η Γερμανία έστειλε δύο δικά της πλοία για να τα αντικαταστήσει. Μέχρι τον Οκτώβριο, οι Οθωμανοί βρισκόταν σε πόλεμο με τους Συμμάχους.
Η σημερινή κρίση με την Τουρκία και τα ρωσικά όπλα θα μπορούσε να θεωρηθεί ανάλογη. Η απόφαση του προέδρου Recep Tayyip Erdogan να εισαγάγει το αντιαεροπορικό σύστημα των S-400, σχεδιασμένο για να καταρρίπτει τα αεροπλάνα της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, αποτελεί μεγάλη πρόκληση για τη Δύση. Η κίνηση του κ. Erdogan να προχωρήσει σε εξόρυξη φυσικού αερίου στα ύδατα της Κύπρου δημιούργησε επίσης μία σφήνα ανάμεσα στην Τουρκία και τους πάλαι ποτέ συμμάχους της, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να προσπαθεί τώρα να μειώσει τη χρηματοδότηση της Τουρκίας.
Η Άγκυρα είναι πιθανό να χάσει την πρόσβαση στα πολυπόθητα αμερικανικά αεροσκάφη F35 τα οποία, όπως τα βρετανικά πλοία το 1914, πληρώθηκαν αλλά δεν παραδόθηκαν. Η κυβέρνηση Trump είναι επίσης υποχρεωμένη από τον νόμο να επιβάλει οικονομικές κυρώσεις στην Τουρκία ως απάντηση στην αγορά ρωσικών όπλων, αν και έχει την ευχέρεια να επιλέξει τον βαθμό σοβαρότητάς τους. Η τουρκική οικονομία ήδη συρρικνώνεται, με τον πληθωρισμό να βρίσκεται σχεδόν στο 16% και την ανεργία στο 14%. Ακόμα και οι ήπιες κυρώσεις θα μπορούσαν να τρομάξουν τους επενδυτές και να στείλουν την τουρκική λίρα και το χρηματιστήριο σε ελεύθερη πτώση.
Γιατί όμως ο κ. Erdogan θα έπαιρνε ένα τέτοιο ρίσκο; Από την πλευρά της Τουρκίας, η χώρα δεν βλέπει ότι εγκαταλείπει τόσο η ίδια τη Δύση, όσο ότι απλά αντιδράει στη δυτική εγκατάλειψη. Οι Αμερικανοί, σύμφωνα με τους Τούρκους, δεν τήρησαν τις δεσμεύσεις τους ως προς το να πουλήσουν στην Τουρκία το αντιαεροπορικό σύστημα Patriot, ενώ έχουν εξοπλίσει και υποστηρίξει οργανώσεις Σύριων-Κούρδων, τις οποίες η Άγκυρα θεωρεί εχθρικές και τρομοκρατικές. Επιπλέον, η ΕΕ έχει καταστήσει σαφές ότι η ένταξη της Τουρκίας είναι ένα άπιαστο όνειρο, και καθώς ο κ. Erdogan οδηγεί την χώρα σε μια πιο ισλαμική κατεύθυνση, ακόμη και η πρόφαση μιας σοβαρής ενταξιακής διαπραγμάτευσης γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη.
Η διαφωνία συνιστά ευκαιρία για τον Vladimir Putin. Με το να χαλαρώνουν οι δεσμοί μεταξύ της Τουρκίας και των συμμάχων της, η Ρωσία πλήττει τη δυτική συμμαχία, ανοίγοντας την πόρτα σε πιο κερδοφόρες συμφωνίες (η Ρωσία κατασκευάζει πυρηνικό σταθμό παραγωγής ενέργειας για την Τουρκία) και αυξάνοντας το κύρος της στη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, η άνεση της Τουρκίας με τη Ρωσία αντανακλά επίσης τη μείωση της ρωσικής εξουσίας. Τον 18ο και 19ο αιώνα, η Ρωσία μετακίνησε Τούρκους από τη νότια Ουκρανία και τη Ρωσία, τον Καύκασο και τα Βαλκάνια. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι απειλές του Στάλιν στην Τουρκία ώθησαν τη χώρα στο ΝΑΤΟ. Εάν η Τουρκία μπορεί τώρα να συνεργαστεί με τη Ρωσία, αυτό συμβαίνει επειδή είναι πλέον λιγότερο επικίνδυνο από ό,τι αν συνέβαινε με την αυτοκρατορική Ρωσία ή τη Σοβιετική Ένωση, κάτι που αντικατοπτρίζει την επιτυχία του ΝΑΤΟ στον Ψυχρό Πόλεμο.
Ο κ. Erdogan, αποδυναμωμένος από την «κουρασμένη» τουρκική οικονομία και την δεινή ήττα του κόμματός του στις αυτοδιοικητικές εκλογές της Κωνσταντινούπολης τον περασμένο μήνα, αντιμετωπίζει σκληρές αλήθειες σχετικά με τα όρια της δύναμης της Τουρκίας. H στροφή του στη Ρωσία δεν εμπόδισε τη Μόσχα από το να βοηθήσει τον Bashar Assad να ενισχύσει τη δύναμή του στην τελευταία επαρχία που ελέγχεται από τους επαναστάτες στη Συρία, δεδομένου ότι ένα εκατομμύριο πρόσφυγες θα μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να εισρεύσουν στην Τουρκία.
Για να τονώσει την οικονομία του έθνους του, ο κ. Erdogan θα πρέπει επίσης να κερδίσει την εύνοια του Πεκίνου. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο, κατά τα άλλα, ενθουσιώδης υπερασπιστής του Ισλαμικού κόσμου σιωπά για την καταδίωξη των Ουιγούρων, μιας μεγάλης μουσουλμανικής ομάδας στη δυτική Κίνα, που μιλούν μια γλώσσα που μοιάζει πολύ με την τουρκική γλώσσα, και με τους οποίους πολλοί Τούρκοι έχουν μία συναισθηματική σχέση. Προς το παρόν, η εξωτερική πολιτική του Τούρκου Προέδρου, όπως η τουρκική οικονομία, καθώς και η απόπειρά του να εξουδετερώσει την εγχώρια πολιτική αντιπολίτευση, έχει φτάσει σε αδιέξοδο.
Ίσως η τελευταία ελπίδα του κ. Erdogan να είναι ο Donald Trump. Κατά τη συνάντηση της Ομάδας των «20» στην Ιαπωνία, φάνηκε συμπονετικός ως προς τις καταγγελίες της Τουρκίας για τη συμπεριφορά των Δυτικών. Την περασμένη Παρασκευή, το Πεντάγωνο προανήγγειλε και στη συνέχεια ακύρωσε εσπευσμένα, μια ενημέρωση Τύπου σχετικά με τις τουρκικές κυρώσεις. Δεν κατέστη σαφές εάν η αναβολή αφορούσε αμφιβολίες του Λευκού Οίκου για τις κυρώσεις ή απλώς την ανησυχία ότι εάν η ανακοίνωσή τους συνέπιπτε χρονικά με τις παραμονές της επετείου του πραξικοπήματος του 2016, η Τουρκία θα το εκλάμβανε πιθανώς ως μία ακόμη πρόκληση εναντίον της.
Η πιθανή αυτομόληση ενός μεγάλου συμμάχου όπως η Τουρκία αποτελεί σημαντική πρόκληση για το ΝΑΤΟ, κυρίως επειδή η συμμαχία δεν διαθέτει νομικά μέσα για να εκδιώξει μέλη που δεν τηρούν τις υποχρεώσεις τους. Ενώ η αγορά του ρωσικού συστήματος απαιτεί πράγματι μία σοβαρή αντίδραση, και η παράδοση των F35 πρέπει να τεθεί σε αναμονή, η Ουάσιγκτον πρέπει να κινηθεί προσεκτικά.
Η Τουρκία και η Δύση πετυχαίνουν περισσότερα όταν συνεργάζονται. Η Οθωμανική συμμαχία με τις Κεντρικές Δυνάμεις τελείωσε με την αποσυναρμολόγηση της αυτοκρατορίας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αλλά η ρωγμή ήταν επίσης δαπανηρή για τον Winston Churchill. Η ήττα της Συμμαχίας στην Καλλίπολη έβλαψε τη φήμη του και τον στοίχειωνε για χρόνια. Οι εκλογές της Κωνσταντινούπολης απέδειξαν ότι απέναντι στην ολοένα και πιο απρόβλεπτη ηγεσία του κ.Erdogan, η αντιπολίτευση αποκτάει όλο και περισσότερο βάθος. Έναν αιώνα μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, η Ουάσιγκτον πρέπει να θυμάται ότι η Τουρκία είναι πολύ πιο σημαντική από έναν άνδρα, και να κοιτάει μακροπρόθεσμα.
