
Εάν αναζητούσατε μια μεταφορά για το ταπεινωμένο ιδανικό της αμερικανικής δημόσιας υπηρεσίας – αυτό που τοποθετεί τη χώρα πριν από το κόμμα, την αλήθεια πριν από το «αφήγημα» ή τη «μάρκα» – θα ήταν δύσκολο να βρεθεί κάποια άλλη καλύτερη από το οδυνηρό θέαμα του Robert Mueller, με τη φωνή του να κάνει παύσεις, προσπαθώντας να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου, την Τετάρτη, για τη ρωσική υπονόμευση της αμερικανικής δημοκρατίας.
Είναι ο ίδιος συναγερμός που, ουσιαστικά κάθε μέλος των Μυστικών Υπηρεσιών και των αρχών επιβολής νόμου της Αμερικής, χτυπάει τα τελευταία τρία χρόνια: η Ρωσία επιτέθηκε στις εκλογές μας το 2016 και εντείνει τις προσπάθειές της σήμερα. «Δεν ήταν μια απλή προσπάθεια», δήλωσε ο κ. Mueller. «Το κάνουν ενώ εμείς καθόμαστε εδώ.»
Εμφανιζόμενος ενώπιον δύο επιτροπών του Κογκρέσου που είναι γεμάτες με πολιτικούς η πρόθεση των οποίων είναι να τον χρησιμοποιήσουν για να σχηματίσουν τη δική τους εκδοχή πραγματικότητας, ο κ. Mueller φάνηκε εύθραυστος και μερικές φορές ακόμα και μπερδεμένος. Ωστόσο, απέκρουσε με επιτυχία σχεδόν όλες τις προσπάθειες να παρασυρθεί πέρα από τα όρια των αποδεικτικών στοιχείων που εδραιώθηκαν στην έκθεση που παρουσίασε σχετικά με τη ρωσική ανάμειξη στις εκλογές του 2016. Εξαιρέσεις υπήρξαν όταν οι νομοθέτες έδειξαν όντως ενδιαφέρον για τη ρωσική εμπλοκή και την εκ μέρους του Donald Trump επιδοκιμασία γι’ αυτό. «Ελπίζω ότι αυτό δεν είναι το νέο φυσιολογικό», δήλωσε σε ένα σημείο ο κ. Mueller, απαντώντας σε μια ερώτηση σχετικά με το αν οι Αμερικανοί υποψήφιοι θα μπορούσαν τώρα να αισθάνονται ελεύθεροι να καλωσορίσουν την ξένη επιρροή, «αλλά φοβάμαι ότι είναι».
Ο «σαρωτικός και συστημικός» χαρακτήρας αυτής της ανάμειξης ήταν το πιο ξεκάθαρο εύρημα της 448 σελίδων έκθεσης του κ. Mueller, αν και εξίσου ενοχλητική ήταν και η σχολαστική αναφορά στους τρόπους με τους οποίους η καμπάνια Trump τη δέχτηκε αυτή την ανάμειξη, και μάλιστα την ενθάρρυνε.
Μερικά από τα πιο εξωφρενικά παραδείγματα: Σε όλη τη διάρκεια του 2016, σύμφωνα με την έκθεση, ο Paul Manafort, επικεφαλής της εκστρατείας του Προέδρου Trump, έδωσε ιδιωτικές πληροφορίες περί εκλογών σε Ρώσους πράκτορες και μοιράστηκε περιεχόμενο γύρω από τη στρατηγική εκστρατείας μαζί τους. Τον Ιούνιο του 2016, ο Donald Trump Jr., ο γιος του Προέδρου, διοργάνωσε συνάντηση με τους Ρώσους στον Πύργο Trump, προσδοκώντας να πάρει «βρώμικο» υλικό από την εκστρατεία της Hillary Clinton. Στις 27 Ιουλίου του ίδιου έτους, ο υποψήφιος Trump κάλεσε δημοσίως τους Ρώσους να χακάρουν τα ηλεκτρονικά μηνύματα της Clinton, πέντε ώρες πριν επιχειρήσουν να κάνουν ακριβώς αυτό. Η εκστρατεία ανέπτυξε τότε τη στρατηγική της διαμορφώνοντας τα μηνύματά της γύρω από τις δημοσιεύσεις των αρχείων των WikiLeaks που τα έκλεψαν από την Εθνική Επιτροπή του Δημοκρατικού κόμματος.
Σχεδόν όλοι οι Ρεπουμπλικάνοι και στις δύο επιτροπές απέτυχαν να αναγνωρίσουν την απειλή που συνιστά η Ρωσία και άλλες χώρες. Με σημαντικές εξαιρέσεις όπως εκείνη του Will Hurd, του εκπροσώπου του Τέξας, οι Ρεπουμπλικανοί νομοθέτες φάνηκαν πολύ πιο επικεντρωμένοι στο να προστατεύσουν τον κ. Trump, και στην εκτροπή τυχόν ανησυχιών για την ασφάλεια των εκλογών, αμφισβητώντας την ακεραιότητα του κ. Mueller, κάνοντας επίθεση σε μια έρευνα που δεν είχε ξεκινήσει ο ίδιος – με χαρακτηριστικό παράδειγμα το αποτρόπαιο «χτύπημα» του Guy Reschenthaler της Πενσιλβανίας – κατηγορώντας τη διερευνητική του διαδικασία ως «μη αμερικανική».
Σε μια άλλη εποχή – μια εποχή από την οποία ο κ. Mueller φαίνεται να προέρχεται – μια επίθεση από μια ξένη κυβέρνηση με σκοπό να διχάσει τους Αμερικανούς, ανατρέποντας τις εκλογές τους, θα είχε προκαλέσει μια διαφορετική αντίδραση. Θα είχε ενώσει τους νομοθέτες για να αναπτύξουν από κοινού μια διμερή πρωτοβουλία κάνοντας σαφές, όπως δήλωσε ο Adam Schiff, πρόεδρος της Επιτροπής Πληροφοριών του Σώματος, ότι «εμείς, ο λαός – όχι κάποια ξένη εξουσία που μας επιβουλεύεται – αποφασίζουμε ποιος θα μας κυβερνάει.»
Κι όμως παρά τον σάλο και την παραπληροφόρηση – σχετικά με τη Fusion GPS, το φάκελο του Steele, και τα κείμενα του Peter Strzok και της Lisa Page – οι Ρεπουμπλικανοί δεν κατάφεραν να αντικρούσουν τις βασικές αποκαλύψεις του κ. Mueller.
Φυσικά ο κ. Trump και οι επιτελάρχες με τους συνεργάτες του στην εκστρατεία δεν ανησυχούν ότι αυτό που έκαναν ήταν λάθος. Η εκστρατεία του 2016 παρείχε πάρα πολλές ευκαιρίες για να «γεμίσουν» οι λογαριασμοί τους. Από τις προσπάθειες του κ. Manafort να εκμεταλλευτεί τη θέση του προκειμένου να εξαιρεθεί ο ίδιος από ένα χρέος πολλών εκατομμυρίων δολαρίων, μέχρι τις προσπάθειες του κ. Trump να κατασκευάσει ένα γιγαντιαίο ξενοδοχείο στη Μόσχα, η αυτοεξυπηρέτηση ήταν κάτι που διαπέρασε εξολοκλήρου την εκστρατεία Trump. Θυμηθείτε, κάτι εβδομάδες πριν από τις εκλογές, ο κ. Trump και οι περισσότεροι κορυφαίοι σύμβουλοί του δεν πίστευαν ότι υπήρχε πιθανότατα νίκης. Ο πραγματικός σκοπός της εκστρατείας ήταν να «χτιστεί» η φίρμα Trump κάνοντάς τη το «μεγαλύτερο τηλεοπτικό σποτ στην πολιτική ιστορία», όπως το περιέγραψε ο Michael Cohen, ο προσωπικός δικηγόρος του κ. Trump.
Το στενό προσωπικό συμφέρον εξηγεί τη στάση του κ. Trump απέναντι στις αποκαλύψεις του WikiLeaks, τις οποίες θα έπρεπε να επικρίνει, αλλά εγκωμίαζε ως «θησαυρό». Όταν ο κ. Mueller κλήθηκε να σχολιάσει την αντίδραση του κ. Trump, τολμώντας να πάει λίγο πιο πέρα από την έκθεσή του, είπε: «[αν την χαρακτηρίσω ως] προβληματική, θα ήταν ένας όρος υποβαθμισμένος.»
Για τις αποκαλύψεις Mueller, ο κ. Trump έχει μία μόνιμη ανταπάντηση: «Δεν υπάρχει συνέργεια.» Αλλά όπως έδειξε η κατάθεση του κ. Mueller, αυτό είναι παραπλανητικό. Βασικά επειδή, η συνέργεια είναι ένας νομικά άχρηστος όρος σε αυτό το πλαίσιο. Το γραφείο του ειδικού συμβούλου αναζητούσε αποδεικτικά στοιχεία εγκληματικής συνωμοσίας και η αποτυχία του να βρει αποδείξεις για να απαγγείλει κατηγορίες, ενδεχομένως οφείλεται εν μέρει στις προσπάθειες των μελών και των συνεργατών της εκστρατείας Trump να καλύψουν τις διαδρομές τους ή να εμποδίσουν με άλλον τρόπο την έρευνα.
Όσον αφορά την παρεμπόδιση δικαιοσύνης, ο κ. Mueller βρέθηκε σε μια εξαιρετικά δύσκολη θέση. Η δουλειά του εισαγγελέα είναι να εντοπίσει τα γεγονότα και να αποφασίσει εάν θα ασκήσει ποινική δίωξη. Αλλά ενώ ο κ. Mueller ήταν υποχρεωμένος να κάνει το πρώτο υπό τους όρους του διορισμού του, του απαγορευόταν να κάνει το δεύτερο εξαιτίας της επικρατούσας πολιτικής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, η οποία λέει ότι ένας εν ενεργεία πρόεδρος δεν μπορεί να κατηγορηθεί. Ως εκ τούτου, η έκθεση που συνέταξε αιωρείται σε μια ανησυχητική αναμονή, καθώς τεκμηριώνει στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο Πρόεδρος Trump μπορεί να έχει διαπράξει ομοσπονδιακά εγκλήματα, αρνούμενη όμως να πάρει θέση ως προς το εάν όντως τα έπραξε ή όχι.
Η δυσφορία των Ρεπουμπλικάνων νομοθετών ότι ο κ. Mueller έχει αφήσει υποψίες για τον κ.Trump χωρίς να του έχει ασκήσει δίωξη για κάτι, είναι κατανοητή. Αν μη τι άλλο, είναι κατανοητή και μετά την όλη συζήτηση για τη «φυλάκιση» της Hillary Clinton («lock her up») κατά τη διάρκεια και μετά την εκστρατεία του 2016, και είναι καλό να τους ακούμε σήμερα, να υπερασπίζονται το τεκμήριο της αθωότητας ως βασική αμερικανική αρχή. Η μη ικανοποιητική απάντηση του κ. Mueller ήταν, ουσιαστικά: Τα χέρια μου είναι δεμένα.
Τουλάχιστον δύο φορές ο κ. Mueller έχει ζητήσει θέσπιση νομοθεσίας αναφορικά με τη βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών και άλλου συντονισμού μεταξύ των υπηρεσιών πληροφοριών – ένας στόχος ο οποίος υποτίθεται ότι είχε τεθεί σε μεταρρυθμιστικό πλαίσιο μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου.
Ωστόσο, μια τέτοια συντονισμένη νομοθετική ενέργεια φαίνεται απίθανη. Μέχρι σήμερα, ο κ. Trump αρνείται να αναγνωρίσει τη σοβαρότητα της ρωσικής ανάμειξης και η ελεγχόμενη από το Ρεπουμπλικανικό κόμμα Γερουσία δεν είναι πρόθυμη να εξετάσει μια νομοθεσία για βελτιωμένη ασφάλεια στις εκλογές – ίσως επειδή κάτι τέτοιο μπορεί να θεωρηθεί ως παραδοχή ότι οι εκλογές έχουν πράγματι αμαυρωθεί.
Η παραδοχή του προφανούς ενδεχομένως φαίνεται να ενέχει κάποιο κόστος. Όμως ο Πρόεδρος φαίνεται να νοιάζεται περισσότερο για τη φροντίδα του εγώ του, παρά για την προστασία της αμερικανικής δημοκρατίας – και αυτό μας θέτει όλους, Ρεπουμπλικάνους, Δημοκρατικούς και ανεξάρτητους, σε κίνδυνο.
