Υπουργός Υποκρισίας

unnamed (1)
Επίσκεψη στο Αφγανιστάν, Ιούνιος 2019. Ο Αμερικανός ΥΠΕΞ παραμένει σιωπηρός ως προς τις τρέχουσες συνομιλίες αναφορικά με την απόσυρση των στρατευμάτων από τη χώρα. (Reuters)

Δεν είναι δύσκολο να μαντέψει κανείς τι θα έλεγε ο Mike Pompeo, ο γερουσιαστής «γεράκι» από το Κάνσας, αναφορικά με τη συμφωνία για την έξοδο του Αφγανιστάν που ο Mike Pompeo, ο υπουργός Εξωτερικών, διαπραγματεύεται με τους Ταλιμπάν.

Οι λεπτομέρειες των διαπραγματεύσεων, τη σύνταξη των οποίων μελετάει στο Κατάρ ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ Zalmay Khalilzad, και οι οποίες ενδέχεται να έχουν ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του μήνα, αποτελούν ένα αυστηρά απόρρητο μυστικό. Τόσο αυστηρά, που μου είπαν ότι ο Pompeo δεν θα επιτρέψει ούτε καν στους αξιωματούχους του Λευκού Οίκου να τις δουν, εκτός κι αν είναι και ο ίδιος παρών.

Αλλά το βασικό περίγραμμα είναι το εξής: μια πλήρης απόσυρση των 14.000 στρατευμάτων της Αμερικής από το Αφγανιστάν εντός 14 μηνών – δηλαδή, μέχρι τον Οκτώβριο του 2020 – με αντάλλαγμα μια υπόσχεση από τους Ταλιμπάν να μην επιτεθούν στις δυνάμεις μας καθώς θα βγαίνουν από τη χώρα, μαζί με κάποιο είδος απροσδιόριστης εγγύησης εκ μέρους του Αφγανιστάν ότι δεν θα αποτελέσει ξανά βάση για την παγκόσμια τρομοκρατία. Μια πηγή που γνωρίζει τη συμφωνία λέει ότι δεν υπάρχει ρητή απαίτηση οι Ταλιμπάν να αποκηρύξουν τους δεσμούς τους με την al-Qaeda.

Ακόμη και εκείνοι που θέλουν οι ΗΠΑ να εγκαταλείψουν το Αφγανιστάν χωρίς άλλη σκέψη, θα πρέπει να απογοητεύονται βλέποντας μια αμερικανική στρατηγική απόφαση να υπαγορεύεται τόσο απροκάλυπτα από τις εκλογικές ανάγκες ενός Προέδρου που θέλει να πάρει τα εύσημα για τον τερματισμό των «ατελείωτων πολέμων». Δεν θα πρέπει να είναι λιγότερο απογοητευμένοι από την ιδέα ότι το κάνουμε αδιαφορώντας για την κυβέρνηση του Αφγανιστάν, η οποία δεν προσκλήθηκε στις συνομιλίες, επειδή οι Ταλιμπάν δεν καταδέχονται να μιλήσουν με μια κυβέρνηση «μαριονέτα», όπως τη θεωρούν.

Αυτή η κυβέρνηση «μαριονέτα» είναι, παρά τα όσα γνωστά ελαττώματά της, διεθνώς αναγνωρισμένη και δημοκρατικά εκλεγμένη. Δεν θέλει να σφάξει τους δικούς της ανθρώπους, ούτε να πολεμήσει τους γείτονές της, ούτε να χρηματοδοτήσει τρομοκρατικές ομάδες που επιδιώκουν να κηρύξουν πόλεμο στη Δύση. Και είναι επίσης το μόνο εμπόδιο που θα σταθεί ανάμεσα στο δολοφονικό μισογυνισμό των Ταλιμπάν και τις 18.000.000 ευάλωτες γυναίκες του Αφγανιστάν.

Από την άλλη, οι προοδευτικοί μαράζωναν για μια έξοδο του Αφγανιστάν εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία, και ο Barack Obama είχε θέσει ένα χρονοδιάγραμμα για πλήρη απόσυρση (το οποίο αργότερα αναγκάστηκε να το ανακαλέσει βλέποντας τα οφέλη που θα είχαν οι Ταλιμπάν) το 2014. Τα «γεράκια» εξωτερικής πολιτικής που έχουν το ίδιο καλούπι με τον Pompeo, συνήθιζαν να έχουν μια διαφορετική άποψη σχετικά με τη λογική γύρω από την αμερικανική απόσυρση – τουλάχιστον πριν μετατραπούν σε υπηρέτες του Donald Trump.

Για αρχή, δεν ανέχονταν το ψέμα ότι οι Ταλιμπάν ήταν για την Αλ Κάιντα, ό,τι ένα υπαίθριο αχούρι για έναν φυγά. Οι Ταλιμπάν είπαν ψέματα στον απεσταλμένο του Clinton, τον Bill Richardson, το 1998, λέγοντάς του ότι δεν ήξεραν για το πού βρισκόταν ο Osama bin Laden, ενώ τον έκρυβαν, και στη συνέχεια, αρνήθηκαν να τον παραδώσουν μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου.

Θα είχαν ακόμη λιγότερη υπομονή για την βολική φαντασίωση πoυ θέλει τους Αφγανούς Ταλιμπάν να αποκτούν κάποτε διαφορετικούς ρόλους στην παγκόσμια Τζιχάντ. Ο αναπληρωτής ηγέτης των Ταλιμπάν είναι ο Sirajuddin Haqqani, ο οποίος ηγείται επίσης του δικτύου Haqqani που είναι συνυφασμένο με την Αλ Κάιντα από τις πρώτες ημέρες της δημιουργίας της (σ.σ.: το δίκτυο Χακάνι ιδρύθηκε τέλη δεκαετίας 1970, η δράση του τον τελευταίο καιρό εντοπίζεται στο Αφγανιστάν και το Πακιστάν, και αφορά ισλαμικό αντάρτικο εναντίον των ΗΠΑ και των συμμάχων τους).

«Δεν υπάρχει ούτε ίχνος απόδειξης ότι το δίκτυο είναι πρόθυμο να «τα σπάσει» με την al-Qaeda», σημειώνει ο Thomas Joscelyn του «Ιδρύματος για την υπεράσπιση της Δημοκρατίας». «Ακόμα και αν οι Ταλιμπάν απαρνηθούν την al-Qaeda, και τις επιθέσεις στη Δύση, κάτι που δεν έχουν κάνει ποτέ, θα χρειαστούμε έναν μηχανισμό εξακρίβωσης. Αλλά αν αποσύρεις όλα τα δυτικά στρατεύματα, δεν θα υπάρχει καμία εξακρίβωση.»

Και η υπόθεση για το τέλος ενός μακρόχρονου πολέμου; Αυτό είναι πάντα επιθυμητό, και κάθε θάνατος στον πόλεμο είναι μια τραγωδία. Αλλά ένα «γεράκι» μπορεί επίσης να σημειώσει ότι οι ΗΠΑ είχαν μόλις 14 θανάτους στο Αφγανιστάν το 2018, και ότι ένα μέλος της υπηρεσίας των ΗΠΑ είναι πολύ πιο πιθανό να πεθάνει σε ένα εκπαιδευτικό ατύχημα παρά στη μάχη. Επιπλέον, κάπου, η περιγραφή της τρέχουσας συμμετοχής μας στη χώρα ως «πόλεμο», ξεχειλώνει τα όρια της σημειολογικής αξιοπιστίας σε σύγκριση με τις προηγούμενες συγκρούσεις των ΗΠΑ.

Ενάντια στο ανθρώπινο (και δημοσιονομικό) κόστος της παρουσίας μας στο Αφγανιστάν, τα «γεράκια» θα μετρούσαν και το κόστος της απόσυρσης. Ακόμη και οι προοδευτικοί, όπως ο πρώην υπουργός Αμύνης Leon Panetta, είχαν επικρίνει τον Obama για την πολύ βιαστική απόσυρση από το Ιράκ, δημιουργώντας έτσι το κενό ισχύος που γέμισε γρήγορα το ISIS. Ήταν ένα φιάσκο που έληξε μόνο όταν ο Obama αναγκάστηκε να επιστρέψει αμερικανικά στρατεύματα στο Ιράκ μερικά χρόνια αργότερα.

Γιατί να μην υπάρξει ένα παρόμοιο σενάριο στο Αφγανιστάν; Είναι αλήθεια ότι το ISIS και οι Ταλιμπάν είναι αντίπαλοι, αλλά κάθε κυβέρνηση που είναι πρόθυμη να εμπιστευτεί τους Ταλιμπάν ως ένα προπύργιο ενάντια στην παγκόσμια τρομοκρατία είναι πιο αφελής κι από τους κακομοίρηδες που πλήρωσαν χρήματα για ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Trump.

Τα «γεράκια» κάποτε το κατανοούσαν αυτό — όπως κατανοούσαν ότι η Αμερική κατέβαλε ένα μεγάλο τίμημα σε στρατηγική και ηθική αξιοπιστία όταν παράτησε τις διεθνείς δεσμεύσεις της, σπατάλησε τις θυσίες των αμερικανικών στρατευμάτων για το άμεσο πολιτικό όφελος ενός εν ενεργεία Προέδρου, και πρόδωσε τους ευάλωτους πληθυσμούς που επιχειρήσαμε να προστατεύσουμε από έναν βάρβαρο εχθρό.

Δεν το λέω εγώ αυτό. «Ως πρώην αξιωματικός του Στρατού, είναι εξαιρετικά ανησυχητικό να βλέπεις τον οποιοδήποτε Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών να «παίζει» πολιτικά με κρίσιμα θέματα εθνικής ασφάλειας», είχε δηλώσει ένας συντηρητικός νομοθέτης το 2011 στην αρχική απόφαση του Obama να ξεκινήσει τη σταδιακή απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων. «Αυτή η απόφαση θέτει σε κίνδυνο και τις ζωές των αμερικανικών στρατευμάτων και τα οφέλη που αποκομίζονται στο Αφγανιστάν».

Αυτός ο νομοθέτης ήταν -ποιος άλλος; – o Mike Pompeo. Αν ο Υπουργός έχει την παραμικρή αίσθηση ντροπής, θα ήθελε ίσως να απολογηθεί στον Obama για την υιοθέτηση της ίδιας πολιτικής σήμερα που κάποτε τόσο σθεναρά κατήγγειλε. Αν έχει αίσθηση τιμής, μπορεί και να σκεφτεί να παραιτηθεί αντί να αναλάβει την πατρότητα μιας καταστροφής που σύντομα ενδέχεται να πλήξει το Αφγανιστάν. Είμαι σίγουρος ότι δεν θα κάνει τίποτα από τα δύο.