Ο χαρακτήρας και η πτώση του Τείχους

«We beat the Germans twice, and now they’re back.»

KOHL

Ήταν η πρόταση που είπε στο δείπνο των ηγετών, παρουσία του Γερμανού ομολόγου της, τον Δεκέμβριο του 1989, λίγες μέρες μετά την πτώση του Τείχους. Και θα ήθελε πολύ, να μπορούσε να γράψει κάτι τέτοιο στη συγχαρητήρια επιστολή που έστειλε στον Helmut Kohl, για την ένωση Ανατολικού και Δυτικού Βερολίνου. Κι από κάτω να συμπλήρωνε: «Δεν θέλαμε τη Γερμανία ενωμένη», όπως είχε πει και στον Gorbachev δύο μήνες πριν το γεγονός που άλλαξε την Ευρώπη.

DokgmK9W0AEbn5J

Όμως ήταν μόνη σε αυτό. Παρόλο που και οι Γάλλοι συμμερίζονταν τους φόβους της απέναντι σε μια «νέα» και άρα πιο δυνατή Γερμανία, στην πορεία μετρίασαν αρκετά τα συναισθήματά τους, εκτιμώντας ότι με την ενσωμάτωσή τους στους κοινοτικούς θεσμούς, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση των Γερμανών, θα μπορούσε να γίνει υπό όρους ομαλότητας. Η Thatcher διαφωνούσε. Ίσως μόνο εκείνη τόσο πολύ, πιο πολύ και από τον Mitterrand, πιο πολύ και από τους Βρετανούς διπλωμάτες, που αναγκάστηκαν κάπως να την καλοπιάσουν προκειμένου να συντάξει την επιστολή που τελικά έστειλε. Και σίγουρα διαφωνούσε πολύ πιο πολύ από τους Αμερικανούς, οι οποίοι στρατηγικά και όχι μόνο, υπερασπίστηκαν στο ακέραιο την πτώση του Τείχους. Πρώτα με τον Reagan και ακόμα περισσότερο στη συνέχεια με τον Bush τον πρεσβύτερο.

Για τη Thatcher, η πτώση του Τείχους, μεταξύ άλλων, θα σηματοδοτούσε την επάνοδο μιας ισχυρής Γερμανίας και την επικυριαρχία της πάνω στην Ευρώπη. Ήταν μια γυναίκα που πίστευε πολύ στην «ψυχή» της κάθε χώρας. Και οι μνήμες ήταν ακόμα πολύ νωπές για να θέλει η Μεγάλη Βρετανία να δώσει τέτοια δύναμη σε ένα έθνος όπως η Γερμανία: «Δεν πιστεύω στη συλλογική ενοχή. Το κάθε άτομο είναι υπεύθυνο για τις πράξεις του. Πιστεύω όμως στον εθνικό χαρακτήρα, ο οποίος διαμορφώνεται από μια σειρά περίπλοκων παραγόντων», είχε πει.

Την επανένωση, θα τη συζητούσε τουλάχιστον μόλις περνούσε ένα απαραίτητο μεταβατικό διάστημα, μιας πενταετίας το λιγότερο, στη διάρκεια της οποίας θα μπορούσε και ο Gorbachev να περάσει τις μεταρρυθμίσεις που η Δύση ήθελε. Αργότερα, η ίδια αναγνώρισε ότι έσφαλε στην κρίση της, ίσως στο μόνο θέμα εξωτερικής πολιτικής της διαδρομής της. Ωστόσο, η Γερμανία όντως κυριάρχησε – οι αποφάσεις για την οικονομική πολιτική του ευρωπαϊκού οικοδομήματος λαμβάνονται στην Φρανκφούρτη – και δεν συνέβη αυτό μόνο στα οικονομικά αλλά και σε ευρύτερα πεδία της πολιτικής, όπως για παράδειγμα στο μεταναστευτικό, το μεγαλύτερο βάρος του οποίου σηκώνει, φασαριόζικα εντός της, με αρκετά κονδύλια τριγύρω της, και σχεδόν αδιαμαρτύρητα στους έξω, η Ελλάδα.

Προφανώς δεν έχει μόνο η Γερμανία «χαρακτήρα».
Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα.