Γιατί ο αραβικός κόσμος προσεγγίζει τη Ρωσία

vp.png
Ο Ρώσος Πρόεδρος Vladimir Putin και ο πρίγκιπας του Αμπού Ντάμπι, Mohamed bin Zayedal-Nahyan, στην επίσημη τελετή υποδοχής στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στις 15 Οκτωβρίου 2019. Reuters

Με την παρέμβασή της στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας το 2015, η Ρωσία επανήλθε στη Μέση Ανατολή για πρώτη φορά από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου – και επανήλθε με τρόπο θεαματικό. Πλέον, με την πρόσφατη αποχώρησή τους από τη Συρία, οι Ηνωμένες Πολιτείες από ό,τι φαίνεται παραχωρούν το θέατρο επιχειρήσεων στη ρωσική επιρροή. Ενώ έχουν γραφτεί πολλά για τα κίνητρα της Ρωσίας στην περιοχή, έχει δοθεί λίγη έμφαση στα κίνητρα των Αράβων ηγετών που επιδιώκουν στενότερους δεσμούς με τη Ρωσία και ενδέχεται να εξετάσουν στρατηγικά, κάποια στιγμή στο μέλλον, αλλαγή της κοινής πλεύσης τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι πρόσφατες αμερικανικές ενέργειες έχουν προβληματίσει τους ηγέτες του αραβικού κόσμου και δημιούργησαν ανοίγματα που μπορεί να εκμεταλλευτεί η Μόσχα. Σε μια εποχή όπου ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων αποκτάει μια νέα προοπτική, οι Άραβες ηγέτες πιθανότατα κατανοούν σήμερα, πιο πολύ από ό,τι χτες, ότι μπορούν να έχουν περισσότερα οφέλη αν καλλιεργούν τους δεσμούς τους με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, το ίδιο.

Ένα από τα μακροχρόνια ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι αμερικανο-αραβικές σχέσεις είναι η ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση. Οι Άραβες κατανοούν ότι το Ισραήλ έρχεται πρώτο για τις Ηνωμένες Πολιτείες, παρά τις σημαντικές αλλαγές στην περιοχή από τον πόλεμο του ’67, όταν η σύμπραξη ανάμεσα στις δύο χώρες παγιώθηκε. Αν και οι περισσότεροι ηγέτες νοιάζονται λίγο για τη δυστυχία των Παλαιστινίων, εξακολουθούν να ανησυχούν για τη συναισθηματική φόρτιση του ζητήματος και την ικανότητά του να εξοργίσει και να κινητοποιήσει τους πληθυσμούς τους, ιδίως μετά την πρόσφατη απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να αναγνωρίσουν την Ιερουσαλήμ ως την πρωτεύουσα του Ισραήλ και την κυριαρχία του Ισραήλ στο Γκολάν. Ομοίως, η εγγύηση των ΗΠΑ για την ποιοτική στρατιωτική ακμή του Ισραήλ έναντι οποιουδήποτε συνδυασμού περιφερειακών αντιπάλων περιορίζει αποτελεσματικά την πώληση ορισμένων προηγμένων όπλων σε αραβικά κράτη. Επιπλέον, οι αμερικανικές πωλήσεις όπλων συνοδεύονται με δύσκαμπτες συμφωνίες τελικού χρήστη που περιορίζουν τη χρήση τους – περιορισμοί που υποπτεύονται οι Άραβες ηγέτες δεν επιβάλλονται στο Ισραήλ. Ενώ οι Αμερικανοί αξιωματούχοι και νομοθέτες συνεχίζουν να επιδεικνύουν ισχυρές δεσμεύσεις προς το Ισραήλ, η Ρωσία παραμένει ανεμπόδιστη και ανεπηρέαστη, και συνεχίζει να εξάγει όπλα σε Αραβικά κράτη.

Η πολιτική των ΗΠΑ προς το Ιράν πρέπει επίσης να έχει μπερδέψει τους Άραβες ηγέτες. Φοβούμενοι τις περιφερειακές φιλοδοξίες του Ιράν, τη χρήση της τρομοκρατίας και το πυρηνικό πρόγραμμα, οι Άραβες ηγέτες κοιτούσαν προς τις Ηνωμένες Πολιτείες προκειμένου να βοηθήσουν να περιοριστεί ο ιρανικός τυχοδιωκτισμός. Ωστόσο, η Ουάσιγκτον διεξήγαγε πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ οι οποίοι – ανεξάρτητα από τις αιτιολογήσεις τους- είχαν ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση δύο σθεναρά αντι-ιρανικών καθεστώτων, των Ταλιμπάν και του Saddam Hussein, αφήνοντας το Ιράν πιο ελεύθερο να συνεχίσει τις περιφερειακές του μηχανορραφίες. Ο πόλεμος του Ιράκ ειδικότερα, αποτελούσε πηγή απογοήτευσης για τους Άραβες ηγέτες· εξόργισε το κοινό τους επειδή επιβεβαίωσε την εντύπωση ότι η Ουάσιγκτον δεν θεωρούσε ότι παραβίασε την κυριαρχία ενός αραβικού κράτους στην επιδίωξη στόχων το περιεχόμενο των οποίων δεν έπειθε και πολύ. Το Ιράν έχει τώρα τεράστια επιρροή στο Ιράκ, εκτός από την αυξανόμενη επιρροή στο Αφγανιστάν, τον Λίβανο, τη Συρία, την Υεμένη και αλλού. Με ελάχιστη διαβούλευση με τους Άραβες εταίρους της, η Ουάσιγκτον σύναψε επίσης το κοινό ολοκληρωμένο σχέδιο δράσης (JCPOA) για τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν και μόλις λίγα χρόνια αργότερα ανακάλεσε το σχέδιο, με εξίσου περιορισμένες διαβουλεύσεις. Δεδομένης της αποδεδειγμένης ικανότητας της Ρωσίας να συνεργαστεί με το Ιράν στη Συρία, οι Άραβες ηγέτες μπορούν τώρα να δουν τη Μόσχα, και όχι την Ουάσιγκτον ως τον ενδιάμεσο με το Ιράν.

Η χλιαρή ανταπόκριση άλλωστε των ΗΠΑ στην επίθεση στο διυλιστήριο του Αμπκάικ φέτος τον Σεπτέμβριο, σε μια κρίσιμη Σαουδική εγκατάσταση πετρελαίου, θα πρέπει να ενίσχυσε την αμφιβολία των Αράβων ηγετών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες συντάχθηκαν με τη Σαουδική Αραβία κατηγορώντας το Ιράν για την επίθεση – με τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Mike Pompeo να τη χαρακτηρίζει ως «πράξη πολέμου»- αλλά πέρα από την ανάπτυξη στρατευμάτων και εξοπλισμού που θα «βοηθούσε τη Σαουδική Αραβία να αμυνθεί», δεν έκανε τίποτα άλλο. Η απάντηση αυτή βρίσκεται σε έντονη αντίθεση με την τολμηρή και άμεση ανταπόκριση των Ηνωμένων Πολιτειών το 1990 στην εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ. Επιπλέον, Ιρακινοί πληρεξούσιοι σε όλη την περιοχή έχουν στοχοποιήσει Αμερικανούς συμμάχους και συμφέροντα ήδη μετά το τέλος της εδαφικής σύγκρουσης εναντίον του αυτοανακηρυχθέντος Ισλαμικού Κράτους (γνωστό και ως ISIS) και της αποχώρησης των Ηνωμένων Πολιτειών από το JCPOA, τα οποία και τα δύο είχαν λειτουργήσει ως «φρένα» στις επιθέσεις που χρηματοδοτούνται από το Ιράν. Η απουσία μιας ισχυρής απάντησης των ΗΠΑ στο Αμπκάικ δεν υποδηλώνει μονάχα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διστάζουν να σταθούν δίπλα στους Άραβες φίλους τους, αλλά επίσης ότι διστάζουν να υποστηρίξουν και τη δέσμευσή τους για ελεύθερη ροή του πετρελαίου – ένα κρίσιμο σημείο ενδιαφέροντος για τους ενεργειακούς παραγωγούς του Κόλπου και τους συμμάχους των Αμερικανών στην Ευρώπη και αλλού.

Οι Άραβες είδαν επίσης την Ουάσιγκτον να εγκαταλείπει ηγέτες που υποτίθεται πως ήθελε να στηρίζει. Μετά από τρεις δεκαετίες συνεργασίας με τον πρώην Αιγύπτιο Πρόεδρο Hosni Mubarak στην περιφερειακή ασφάλεια, η κυβέρνηση του Barack Obama ζήτησε από τον Mubarak να παραιτηθεί τη στιγμή που βρισκόταν σε μια δύσκολη πολιτική στιγμή. Αντίθετα, και είναι μια μεγάλη αντίθεση όντως, η υποστήριξη της Ρωσίας προς τον Bashar al-Assad είναι στην εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Η Ρωσία δεσμεύτηκε για την καταπολέμηση του ισλαμικού εξτρεμισμού στη Συρία, όχι για την προώθηση πολιτικών ηθών. Οι Άραβες ηγέτες είναι επίσης πιθανό να εκλάβουν το -εκ των πραγμάτων- πράσινο φως της Ουάσιγκτον προς την Άγκυρα να καταλαμβάνει τμήματα της Βόρειας Συρίας, ως προδοσία των κουρδικών δημοκρατικών δυνάμεων της Συρίας που είχαν ενισχύσει την εκστρατεία των ΗΠΑ συμβάλλοντας καθοριστικά στη νίκη εναντίον του Ισλαμικού Κράτους. Πέρα όμως από την προδοσία των Ηνωμένων Πολιτειών, η τουρκική κατοχή αραβικού εδάφους, όσο περιορισμένη και αν είναι, θα αναζωογονήσει επίσης τα «φαντάσματα» του Οθωμανικού παρελθόντος της περιοχής κάτι που οι Άραβες, δεν θα δεχθούν καθόλου καλά.

Στην πολυπλοκότητα που αντιμετωπίζουν οι Άραβες ηγέτες στις σχέσεις τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες, προστίθεται και το γεγονός ότι οι λαοί τους τείνουν να είναι καχύποπτοι, αν όχι εχθρικοί απέναντι στην Ουάσιγκτον. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι περισσότεροι Άραβες ηγέτες είναι αυταρχικοί και αντλούν ασφάλεια από διάφορα επίπεδα εγχώριας νομιμοποίησης. Για αυτό και αξιολογούν τις ξένες συμπράξεις που βασίζονται εν μέρει στις εγχώριες αντιλήψεις για τον κάθε εταίρο. Μια δημοσκόπηση της Zogby το 2017, για το αραβο-αμερικανικό Ινστιτούτο έδειξε ότι δύο μόνο από τις επτά αραβικές χώρες θεώρησαν ότι ο ρόλος των ΗΠΑ στο Ιράκ και τη Συρία είναι θετικός ή ότι βλέπουν ευνοϊκά τις πολιτικές της κυβέρνησης του Donald Trump. Οι Ιρακινοί ήταν μεταξύ των επικριτών των δραστηριοτήτων των Ηνωμένων Πολιτειών στο Ιράκ, παρά τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στην ήττα του Ισλαμικού Κράτους. Επιπλέον, σύμφωνα με δημοσκόπηση του 2017 για το Pew Research, το 35% των ερωτηθέντων της Αιγύπτου και της Σαουδικής Αραβίας (αναμφισβήτητα οι δύο πιο στενοί εταίροι των ΗΠΑ) είδαν τη Ρωσία θετικά, ενώ μόνο το 27% είδε τις Ηνωμένες Πολιτείες θετικά.

Εξάλλου, οι πολίτες των αραβικών χωρών επιδεικνύουν ακόμη σκληρότερη στάση και βλέπουν τις Ηνωμένες Πολιτείες — συχνά στο πλαίσιο συνωμοσιών — ως την αιτία πολλών περιφερειακών προβλημάτων. Ορισμένοι αντιλαμβάνονται τις Ηνωμένες Πολιτείες ως τον «τραμπούκο» που χρησιμοποιούν τα αραβικά κράτη για να επιδιώξουν τους δικούς τους περιφερειακούς στόχους, προκαλώντας ανακατωσούρα στο πέρασμά τους. Άλλοι υποστηρίζουν ότι η Ουάσιγκτον προκάλεσε την εισβολή του Ιράκ στις 1990 στο Κουβέιτ για να δημιουργήσει ένα πρόσχημα για να παρέμβει και να χειραγωγήσει το πετρέλαιο του Ιράκ· δημιούργησε την al-Qaeda και είχε συμμετοχή στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου για να δικαιολογήσει έναν πόλεμο κατά του Ισλάμ· ξεκίνησε τον πόλεμο του Ιράκ για την προστασία του Ισραήλ από τον Saddam Hussein· τοποθέτησε την κυβέρνηση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στο Κάιρο το 2012 ως πολιτική εναλλακτική λύση για την al-Qaeda και άλλους εξτρεμιστές· και σχεδίαζε, με τη συναίνεση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, να δημιουργήσει ένα παλαιστινιακό κράτος στο Σινά.

Αν και οι Άραβες ηγέτες απέχουν πολύ από το να εγκαταλείψουν τις σχέσεις τους με την Ουάσιγκτον και να ενστερνιστούν τη Μόσχα ως τον κύριο στρατηγικό εταίρο τους, οι αμερικανο-αραβικές εντάσεις αυξάνονται. Οι Άραβες καταλαβαίνουν ότι έχουν περιορισμένη επιρροή στην αμερικανική πολιτική, αλλά μπορεί να αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τις Ηνωμένες Πολιτείες ως απρόβλεπτες ή ακόμη και αναξιόπιστες. Μια ποικιλία δυναμικών, όπως ανανεωμένες αραβικές λαϊκές εξεγέρσεις, μια ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση, μια προσέγγιση ΗΠΑ-Ιράν, ή μια σημαντική ισλαμική τρομοκρατική επίθεση στην πατρίδα των ΗΠΑ, μπορεί να ταρακουνήσει τις σχέσεις τους και να προσφέρει νέα ανοίγματα στη Μόσχα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους ότι μια αναπροσαρμογή προς τη Ρωσία θα μπορούσε να τους αφαιρέσει την ικανότητα να έχουν άμεση πρόσβαση στην περιοχή για στρατιωτικές επιχειρήσεις, να επηρεάσουν περαιτέρω την προμήθεια και την τιμή του πετρελαίου, και να συμμαχήσουν πιο αποτελεσματικά με περιφερειακούς παράγοντες για την προώθηση κρίσιμων συμφερόντων, όπως η ενίσχυση της σταθερότητας και η καταπολέμηση της τρομοκρατίας, συμπεριλαμβανομένου του Ιράν. Αρκετοί Άραβες εταίροι των Ηνωμένων Πολιτειών ήδη προωθούν συνεταιριστικές ρυθμίσεις με τη Ρωσία για συγκεκριμένα θέματα, και πολυμερείς ομάδες όπως το ρωσο-αραβικό φόρουμ συνεργασίας, προσελκύοντας αυξανόμενο αριθμό Αράβων Υπουργών.

Αν η Ουάσιγκτον σκοπεύει να διατηρήσει τα οφέλη των σχέσεων με τα αραβικά κράτη, θα πρέπει να θέλει να είναι ένας προβλέψιμος εταίρος. Η πολιτική των ΗΠΑ θα πρέπει να αποκλίνει από προηγούμενες θέσεις της μόνο όταν οι συνθήκες έχουν αλλάξει δραματικά, διαφορετικά η απόκλιση θα εκλαμβάνεται ως μη δικαιολογημένη. Οι Άραβες ηγέτες θα πρέπει να κατανοήσουν σαφώς υπό ποιες συνθήκες μπορούν να βασιστούν στη στήριξη των ΗΠΑ και την έκταση της επιρροής που θα αναπτύσσει η Ουάσιγκτον για την επιδίωξη συγκεκριμένων στόχων. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό μεταξύ εταίρων σε μια περιοχή που είναι επιρρεπής σε κλυδωνισμούς όπως η Μέση Ανατολή. Η διαβούλευση με τους εταίρους θα πρέπει να προηγείται των αλλαγών πολιτικής για να εξηγηθεί η μετατόπιση, ο σκοπός της και ο βαθμός στον οποίο θα αλλάζει η θέση της Ουάσιγκτον. Αυτό δεν αποτελεί ζήτημα εγκατάλειψης προτεραιοτήτων ή αξιών, αλλά απλώς ζήτημα συνέπειας στην εξισορρόπηση τους.

 

Council on Foreign Relations