Το επιχειρησιακό δαιμόνιο του Soleimani και η ασύμφορη ξενοφοβία του Trump

Ιράν και ΗΠΑ – Ανατολή και Δύση – μουσουλμάνοι και χριστιανοί: Δύο πρόσφατα άρθρα στον αμερικανικό Τύπο, φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους, είναι ενδεικτικά της νοοτροπίας και του οράματος για το αύριο, δύο κόσμων τελείως διαφορετικών, που βρίσκονται σε πόλεμο μεταξύ τους.

Το ένα, δημοσιευμένο στη Wall Street Journal αφορά τη στρατηγική ευφυΐα του Soleimani ο οποίος προκειμένου να μετατρέψει το Ιράν σε μεγάλη περιφερειακή δύναμη, σκέφτηκε ότι θα πρέπει να γεφυρωθούν επιχειρησιακά οι διαφορές ανάμεσα σε Σουνίτες και Σιίτες ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα συνεργαστεί με την σουνιτική al Qaeda προκειμένου το σιιτικό Ιράν να αποτρέψει ένα επίσης αυριανό σιιτικό Ιράκ να ακμάσει και να αναπτυχθεί με τη βοήθεια των Αμερικανών.

Την ίδια στιγμή, το Τέξας, όπως αναφέρει η Washington Post, κλείνει την πόρτα σε πρόσφυγες ακόμα κι αν είχαν συνεργαστεί με τον αμερικανικό στρατό, όπως για παράδειγμα οι Ιρακινοί πρόσφυγες, οι οποίοι ούτως ή άλλως περνάνε από ενδελεχείς ελέγχους μέχρι να εγκατασταθούν, και όταν αυτό γίνει, τα στατιστικά λένε ότι επαγγελματικά πετυχαίνουν και γίνονται ισότιμοι πολίτες πληρώνοντας φόρους.

Ο Soleimani δεν είχε κανένα πρόβλημα να φιλοξενήσει την θρησκευτικά αντίπαλη οικογένεια του bin Laden στο Ιράν, παρέχοντας στα μέλη της όπως και σε όλα τα μέλη της al Qaeda και άλλων τρομοκρατικών οργανώσεων, ό,τι χρειάζονται, την ώρα μάλιστα που ο ιρανικός λαός αιμορραγούσε οικονομικά, προκειμένου να πετύχει τον μακροπρόθεσμο στόχο του, να κάνει την χώρα του ισχυρή. Ο Trump, από την άλλη, έχει πρόβλημα στο να έρχονται στις ΗΠΑ οικογένειες χωρών που υποτίθεται είναι σύμμαχοι των Αμερικανών, και που αποδεδειγμένα έχουν να συνεισφέρουν πολλά, στην οικονομική ζωή της κάθε πολιτείας, προκειμένου να πετύχει τον δικό του μικροκομματικό στόχο, εκείνον της επανεκλογής του.

Ακολουθούν τα δύο άρθρα:

WSJ: H σατανική ευφυΐα του Soleimani

Το 2003, κατά την διάρκεια της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ, το ιρανικό καθεστώς αισθανόταν ιδιαίτερα νευρικό. Ο Πρόεδρος George W. Bush είχε συμπεριλάβει το Ιράν στον «άξονα του κακού», στη μετά 11η Σεπτεμβρίου εποχή, σε μια διάσημη ομιλία του, το 2002. Είχα πάρει τότε συνέντευξη από πολλούς Ιρανούς αξιωματούχους εκείνη την εποχή ως αναλυτής στην Τεχεράνη, με τη διεθνή ομάδα κρίσεων, και θυμάμαι έντονα τον φόβο τους ότι ο επόμενος επιθετικός «σταθμός» των ΗΠΑ θα μπορούσε εύκολα να είναι η Τεχεράνη.

Εκείνες τις ημέρες της ανησυχίας, ο στρατηγός Qassem Soleimani -ο ισχυρός διοικητής της επίλεκτης μονάδας των Φρουρών της Επανάστασης Quds, ο οποίος σκοτώθηκε στις αρχές αυτού του μήνα, έπειτα από αεροπορική επίθεση των ΗΠΑ στη Βαγδάτη- πραγματοποίησε μια πράξη ανησυχητικής γεωπολιτικής ιδιοφυΐας που εξακολουθεί να αντηχεί μέχρι σήμερα.

Μετά την έναρξη της στρατιωτικής εκστρατείας των ΗΠΑ με στόχο την ανατροπή των Ταλιμπάν, το Ιράν συνέλαβε εκατοντάδες μαχητές της al Qaeda, που διέφυγαν από το Αφγανιστάν, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων μελών της οικογένειας του Osama bin Laden και του μελλοντικού ηγέτη της al Qaeda στο Ιράκ, Abu Musab al-Zarqawi. Πολλοί Ιρανοί είδαν αυτούς τους τζιχαντιστές ως απειλή — Σουνίτες ζηλωτές που μισούσαν ολοκληρωτικά το σιιτικό Ιράν. Ωστόσο, ο Soleimani, ο αρχιτέκτονας των σχεδίων της Ισλαμικής Δημοκρατίας για περιφερειακή κυριαρχία, συνειδητοποίησε ότι θα μπορούσαν επίσης να αποτελέσουν ένα ατού.

Στο βιβλίο τους «Η Εξορία», οι ερευνητές δημοσιογράφοι Cathy Scott-Clark και Adrian Levy περιγράφουν το ταξίδι πολλών μελών της al Qaeda που ξόδεψαν μήνες και ακόμη και χρόνια ως «επισκέπτες» στο Ιράν. Ο Soleimani «τα βρήκε» με τους γιους του bin Laden, που τον αποκαλούσαν Hajji (ισλαμικός τίτλος τιμής) Qassem, σύμφωνα με τους δύο ερευνητές. Είχε διορίσει δύο ανώτερους αξιωματικούς των Quds προκειμένου να «παρέχουν στους επισκέπτες ό,τι χρειάζονταν», όπως ψυγεία, οθόνες τηλεοράσεων και «απεριόριστο προϋπολογισμό» για να εξοπλίσουν μια θρησκευτική βιβλιοθήκη. Χαρακτηριστικά, ο Saif al-Adel, ένας διαβόητος ειδικός εκρηκτικών της al Qaeda, είχε πρόσβαση σε ένα αθλητικό συγκρότημα σε μια αριστοκρατική γειτονιά της Τεχεράνης, όπου κολυμπούσε κοντά σε Δυτικούς διπλωμάτες (σ.σ: η Δύση τον είχε επικηρύξει για 5 εκ. δολάρια…).

Εάν ο πόλεμος με επικεφαλής τις ΗΠΑ στο Ιράκ είχε ως στόχο, εν μέρει, τον εκφοβισμό του Ιράν με τη δημιουργία μιας ισχυρής αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στο Ιράκ και τη δημιουργία μιας ακμάζουσας σιιτικής Δημοκρατίας που θα υπονόμευε τη νομιμότητα της γειτονικής Ισλαμικής Δημοκρατίας της Τεχεράνης, το Ιράν θα έκανε ό,τι μπορούσε για να εξασφαλίσει ότι το πείραμα της Αμερικής θα εξελισσόταν σε μια βραδυφλεγή αποτυχία. Πριν από την έναρξη του πολέμου τον Μάρτιο του 2003, η επίλεκτη μονάδα του Soleimani, είχε ελευθερώσει πολλούς από τους Σουνίτες τζιχαντιστές που το Ιράν κρατούσε αιχμάλωτους, εξαπολύοντας τους εναντίον των Η.Π.Α. και συμμαχικών τους στόχων.

Ψάχνοντας στα χαλάσματα, μετά την έκρηξη στον σιιτικό ναό, Αύγουστος 2013

Εκείνο τον Αύγουστο, ο Zarqawi και οι δυνάμεις του διεξήγαγαν τρεις βομβιστικές επιθέσεις στο Ιράκ- εναντίον των κεντρικών γραφείων του ΟΗΕ και της ιορδανικής πρεσβεία στη Βαγδάτη, και ενός μεγάλου σιιτικού ναού στη Νατζάφ, μια ιρακινή πόλη στον νότο της χώρας, ιερή για τους Σιίτες. Αυτά τα χτυπήματα έδωσαν καταστρεπτικά πλήγματα στον πόλεμο των ΗΠΑ που μόλις ξεκινούσε. Στοχεύοντας τους σιιτικούς βωμούς και τους αμάχους, σκοτώνοντας χιλιάδες αδελφούς Σιίτες, ο Zarqawi συνέβαλε στη ριζοσπαστικοποίηση της πλειοψηφίας του Ιράκ και τους ώθησε πιο κοντά στο Ιράν- και στον Soleimani, που θα μπορούσε να τους προσφέρει προστασία. Λίγους μήνες μετά την εισβολή των ΗΠΑ, η συζήτηση στην Ουάσιγκτον είχε μετατοπιστεί απότομα: αντί να αναρωτιόμαστε για το πώς μια θριαμβευτική Αμερική θα μπορούσε να βοηθήσει το Ιράκ να διαμορφώσει το Ιράν, το ερώτημα αντιστράφηκε στο πώς μια εμπόλεμη Αμερική θα μπορούσε να εμποδίσει το Ιράν από το να διαμορφώσει το Ιράκ.

Υπό τη διοίκηση του Soleimani, το Ιράν έγινε η μοναδική χώρα στην περιοχή ικανή να τιθασεύει τόσο τον σιιτικό εξτρεμισμό όσο και, ενίοτε, τον σουνιτικό ριζοσπαστισμό. Η καταστροφική ιδιοφυΐα του στη γεφύρωση των θρησκευτικών διχασμών έχει δώσει στο Ιράν ένα τεράστιο ασύμμετρο πλεονέκτημα έναντι του μεγάλου σουνιτικού αραβικού του αντιπάλου στον Κόλπο, τη Σαουδική Αραβία. Όλοι οι Σιίτες εξτρεμιστές είναι πρόθυμοι να πολεμήσουν για το Ιράν, ενώ οι περισσότεροι Σουνίτες εξτρεμιστές -συμπεριλαμβανομένης της al Qaeda και του Ισλαμικού Κράτους– θέλουν να ανατρέψουν το σουνιτικό καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας, την οποία βλέπουν ως διεφθαρμένο, ασεβή ατζέντη της Δύσης.

Ο Soleimani σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει Σουνίτες τζιχαντιστές για να αντιμετωπίσει τις ΗΠΑ, με τον ίδιο τρόπο που οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν Σουνίτες τζιχαντιστές για να πολεμήσουν τη Σοβιετική Ένωση στο Αφγανιστάν τη δεκαετία του ’80. Η σιιτική θεοκρατία του Ιράν έχει καταφέρει, μερικές φορές, να συνεργαστεί στρατηγικά με Σουνιτικές εξτρεμιστικές ομάδες –συμπεριλαμβανομένων των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν και των παλαιστινιακών ομάδων Χαμάς και της Παλαιστινιακής Ισλαμικής Τζιχάντ– εναντίον των κοινών εχθρών τους, των ΗΠΑ και του Ισραήλ, παρά το ότι το Ιράν πολέμησε στην πρώτη γραμμή εναντίον των Σουνιτών φανατικών του Ισλαμικού Κράτους.

Επί κυβέρνησης Obama, ο Στρατηγός Stanley McChrystal είχε επικρίνει την Τεχεράνη για την παροχή όπλων και εκπαίδευσης στο Ιράν σε αντάρτες Ταλιμπάν που στόχευαν τα αμερικανικά στρατεύματα. Το 2018, ο κορυφαίος Στρατηγός του Ισραήλ, Gadi Eizenkot, δήλωσε ότι το Ιράν έχει αυξήσει τη χρηματοδότησή του στη Λωρίδα της Γάζας για τη Χαμάς και την Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ σε 100.000.000 δολάρια τον χρόνο.

Ίσως κανένας άλλος Αμερικανός στρατιωτικός Διοικητής δεν γνώριζε τον Soleimani καλύτερα από τον πρώην Στρατηγό David Petraeus, ο οποίος είχε υπό τον έλεγχό του τα αμερικανικά στρατεύματα στο Ιράκ, στην κορύφωση του πολέμου, ένα μεγάλο μέρος της οποίας είχε προκληθεί από τον Soleimani: «Έχει στα χέρια του το αίμα πάνω από 600 Αμερικανών στρατιωτών καθώς και στρατιωτών του συνασπισμού, όπως επίσης, και το αίμα αμέτρητων άλλων, στο Ιράκ, τη Συρία, τον Λίβανο, την Υεμένη και το Αφγανιστάν- σε καθένα από τα οποία υποστήριξε, χρηματοδότησε, εκπαίδευσε, εξόπλισε και συχνά κατεύθυνε ισχυρούς άνδρες της σιιτικής πολιτοφυλακής», μου είπε ο Στρατηγός Petraus αυτή την εβδομάδα.

Αυτό αναδεικνύει άλλο ένα από τα εξαιρετικά σημαντικά κληροδοτήματα του Soleimani, τη δημιουργία μιας ισχυρής σιιτικής, ξένης λεγεώνας 50.000 πολεμιστών, βασισμένη στο μοντέλο της Χεζμπολάχ -την πανίσχυρη σιιτική πολιτοφυλακή που είναι ο πληρεξούσιος του Ιράν και το πιόνι του στον Λίβανο- για να γεμίσει τα κενά εξουσίας στη Συρία, τον Λίβανο, το Ιράκ και την Υεμένη και να απειλήσει τα καθεστώτα σε Σαουδική Αραβία, Μπαχρέιν και άλλες χώρες του Κόλπου.

Με τον Soleimani να ηγείται, αυτές οι σιιτικές πολιτοφυλακές βοήθησαν στο να διατηρήσει την κυριαρχία του και ο βάρβαρος δικτάτορας της Συρίας Bashar al-Assad, ο οποίος παραμένει κι ο βασικός αραβικός σύμμαχος του Ιράν. Σε μια εποχή μεγάλων οικονομικών δυσκολιών για τη χώρα, η Τεχεράνη παρείχε δισεκατομμύρια δολάρια για να εξοπλίσει, να εκπαιδεύσει και να πληρώσει δεκάδες χιλιάδες Άραβες, Αφγανούς και Πακιστανούς Σιίτες μαχητές, με μια δύναμη που βοήθησε τον Assad να συντρίψει τη συριακή αντιπολίτευση και τους Σουνίτες Ισλαμιστές αντάρτες που ξεσηκώθηκαν αμφισβητώντας την εξουσία του.

Αυτά τα επιτεύγματα κατέστησαν τον μικροσκοπικό με την ήρεμη φωνή Soleimani, μια επιβλητική φιγούρα στην Τεχεράνη. Υπάρχει ένα ιρανικό ρητό που υποστηρίζει ότι αν κοιτάξετε προσεκτικά τα περιποιημένα χέρια των κυβερνώντων κληρικών της χώρας -ειδικά των σκληροπυρηνικών που περιγράφουν τον δρόμο του μαρτυρίου (του ιερού πολέμου δηλαδή της τζιχάντ) ως κάτι το ρομαντικό, καλώντας για την εξολόθρευση και την καταστροφή του Ισραήλ και της Δύσης- θα δείτε ότι οι περισσότεροι από αυτούς δεν έχουν ιδέα τι θα πει χειρωνακτική εργασία, πόσο μάλλον πόλεμος. Όχι ο Soleimani. Δεν χρειαζόταν να εκπνεύσει ρητορική φωτιά. Όλη του η καριέρα ήταν βουτηγμένη στο αίμα, και το ήξεραν όλοι.

Ο Ali Alfoneh, Δανο-ιρανός λόγιος με εξειδίκευση στην Επαναστατική Φρουρά του Ιράν και κριτικός της Ισλαμικής Δημοκρατίας, μελετούσε τον Soleimani για πάνω από μια δεκαετία και ανέπτυξε έναν απερίσκεπτο θαυμασμό για την προσωπική του ανδρεία. Κατά τη διάρκεια του βίαιου πολέμου μεταξύ Ιράν-Ιράκ το διάστημα 1980-88, ο κ.Alfone μου είπε, «ο Soleimani ήταν o διοικητής ο οποίος πήγαινε προσωπικά ο ίδιος σε αποστολές αναγνώρισης πίσω από τις εχθρικές γραμμές πριν από κάθε επίθεση, φιλούσε τον κάθε στρατιώτη που τελούσε υπό τις εντολές του, και προσευχόταν να τον βρει ο δρόμος του μαρτυρίου.»

Ένας ανώτερος Ιρακινός αξιωματούχος που συνήθιζε να συναντιέται συχνά με τον Soleimani είχε μια λιγότερο κολακευτική άποψη, παρομοιάζοντας τον Στρατηγό με αφεντικό της Μαφίας του οποίου η εμφανής ευγένεια σημαδευόταν από λεπτές αλλά ξεκάθαρες απαιτήσεις και απειλές. «Θυμάσαι εκείνη την εξτρεμιστική ομάδα που σε βοηθήσαμε να εξαλείψεις;» είπε ο Ιρακινός αξιωματούχος χαμογελώντας, μιμούμενος τον Soleimani. «Θα ήταν πραγματικά κρίμα αν επέστρεφε.»

Ιρανοί αξιωματούχοι λένε τώρα, ότι η εκδίκησή τους για τη δολοφονία του Soleimani θα είναι να βγάλουν τις ΗΠΑ εκτός Ιράκ. Αλλά οι Ιρακινοί ηγέτες μπορεί να μην αποδειχθούν ιδιαίτερα ευγνώμονες. Ένας πρώην στρατιωτικός αξιωματικός πληροφοριών των ΗΠΑ, ο οποίος υπηρέτησε στο Ιράκ, μου είπε: «Κανείς στο Ιράκ δεν θα το πει δημοσίως, τουλάχιστον όχι ακόμα, αλλά οι περισσότεροι πολιτικοί της χώρας μισούσαν τον Soleimani. Δυσανασχετούσαν με τη βαριά του κυριαρχία, τις οδηγίες του για το τι να κάνουν και τι όχι. Φοβόντουσαν την συνεχώς σιωπηρή απειλή ότι θα τους απέλυε ή ακόμα και θα τους δολοφονούσε αν δεν ακολουθούσαν την ίδια γραμμή.»

Ο αξιωματικός των ΗΠΑ πρόσθεσε: «Πόσες φορές πέταξε στη Βαγδάτη ή τη Νατζάφ ή τη Σουλεϊμανίγια για να πει στους Ιρακινούς ότι δεν τους επιτρεπόταν να κάνουν αυτό που ήταν προς το εθνικό τους συμφέρον, ή δεν επιτρεπόταν να είναι ο τάδε πρωθυπουργός ή δείνα υπουργός Εσωτερικών, ή να εξοπλιστεί μια φατρία Ιρακινών εναντίον μιας άλλης; Όλοι -μεταξύ τους- λένε το ίδιο για τον Soleimani: «Καλά ξεκουμπίδια.»

===
WaPo: Ήρθε από το Ιράκ στο Τέξας για να είναι ασφαλής. Τώρα το Τέξας λέει σε πρόσφυγες σαν εκείνη να μείνουν μακριά

Η Marwa Sabah λατρεύει τα πάντα που αφορούν το Τέξας- τους ανθρώπους, τη ζέστη, την ζωντανή οικονομία.

Όλα εκτός από τις καταιγίδες.

Ο γιος της, που κλείνει τα 8 την επόμενη εβδομάδα, τις λατρεύει -τις λάμψεις έξω από το παράθυρό του, αυτούς τους γιγαντιαίους, που σε κάνουν -μόνο στο Τέξας- να καρδιοχτυπάς, κεραυνούς. Για τη μητέρα του όμως, αυτές οι λάμψεις και οι θόρυβοι θυμίζουν αναμνήσεις που προτιμά να μην σκέφτεται: τις τρομακτικές βομβιστικές επιθέσεις τις οποίες άφησε πίσω της όταν έφυγε από το Ιράκ πριν από έξι χρόνια.

H Sabah είναι μία από τους σχεδόν 57.000 πρόσφυγες που έχουν εγκατασταθεί στο Τέξας την τελευταία δεκαετία, από τους οποίους περίπου 12.000 ήρθαν από το Ιράκ. Όπως οι περισσότεροι πρόσφυγες, δεν ήθελε να αφήσει πίσω σχεδόν κανέναν και τίποτα από όλα όσα γνώριζε εκεί. Αλλά αντιμετωπίζοντας απειλές θανάτου, αυτή και ο σύζυγός της δεν είχαν άλλη επιλογή. Ζήτησαν καταφύγιο στις Ηνωμένες Πολιτείες και ζήτησαν συγκεκριμένα να πάνε στο Φορτ Γουόρθ.

Ήξερε ελάχιστα για την περιοχή, λέει, αλλά της είχαν πει ότι ήταν ένα μέρος ζεστό, φιλικό, φθηνό και «καλό για οικογένειες». Το πιο σημαντικό, είχε ακούσει ότι το Τέξας ήταν ένα μέρος όπου μπορούσε να βρει αυτό που οι πρόσφυγες αναζητούν περισσότερο: «ασφάλεια και αυτάρκεια».

Οι πληροφορίες της ήταν καλές. Το Τέξας, το σύνθημα του οποίου είναι «φιλία», υποδέχεται εδώ και καιρό οικογένειες όπως η δική της, βοηθώντας πρόσφυγες να επανεγκατασταθούν, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη πολιτεία από το 2010 κι έπειτα. Τουλάχιστον αυτό έκανε μέχρι πρόσφατα, μέχρι που η πολιτεία αποφάσισε να σφραγίσει τις πόρτες της.

Την Παρασκευή που μας πέρασε, το Τέξας έγινε η πρώτη πολιτεία που υιοθέτησε την πιθανότατα παράνομη πρόταση του Προέδρου Trump σύμφωνα με την οποία οι κυβερνήτες θα μπορούν να κλείσουν τα σύνορά τους σε νέους πρόσφυγες. Αυτό έγινε παρά τις εκκλήσεις δημάρχων, νομοθετών, ηγετών της πίστης και εργοδοτών, και από τα δύο κόμματα, Ρεπουμπλικάνους και Δημοκρατικούς, οι οποίοι υποστήριξαν ότι η συνεχιζόμενη επανεγκατάσταση των προσφύγων ήταν τόσο ηθικά όσο και οικονομικά επιτακτική ανάγκη.

Άδικος κόπος. Ο Ρεπουμπλικάνος κυβερνήτης Greg Abbott δήλωσε ότι το Τέξας είναι γεμάτο.

Gov. Greg Abbott of Texas became the first governor to issue the veto since President Trump signed an executive order requiring state and local leaders to provide consent for refugee resettlement.
ο κυβερνήτης του Τέξας

Στην επιστολή του εξηγώντας την απόφασή του, ο Abbot ταύτισε τους παράνομους μετανάστες με τους πρόσφυγες οι οποίοι, εξ ορισμού, έρχονται εδώ νόμιμα, και μόνο μετά από εξαντλητικό και ενδελεχή έλεγχο. Ανέφερε ότι το Τέξας στερείται των πόρων για να απορροφήσει επιπλέον πρόσφυγες, παίζοντας με τα στερεότυπα που παρουσιάζουν τους πρόσφυγες ως άπορους και συνήθως ζώντας με το επίδομα ανεργίας.

Ίσως αν ήξερε πρόσφυγες σαν την Sabah, να το σκεφτόταν το όλο ζήτημα διαφορετικά.

Η Sabah και ο σύζυγός της εργάζονταν ως διερμηνείς για οργανισμούς ΜΜΕ δυτικών συμφερόντων, που κάλυπταν τον πόλεμο του Ιράκ. Σχεδόν αμέσως, άρχισαν να δέχονται απειλές για «προδοσία» εναντίον της χώρας τους. Όταν ένα μέλος της οικογένειας έμεινε ανάπηρο από μια βόμβα που τους έριξαν, αποφάσισαν ότι ήταν ώρα να φύγουν. Αυτό έγινε το 2008. Τους πήρε άλλα έξι χρόνια – και πολλές συνεντεύξεις, ελέγχους ασφαλείας και ιατρικές εξετάσεις – πριν εγκριθεί η αίτησή τους για να έρθουν στο Τέξας.

Είχαν ήδη κάποιους συγγενείς στην περιοχή Φορτ Γουόρθ, άτομα που είχαν έρθει νωρίτερα χρησιμοποιώντας βίζες για μεταφραστές που είχαν βοηθήσει τον αμερικανικό Στρατό. Οι Ιρακινοί συνάδελφοί τους, τους καλωσόρισαν. Το ίδιο και οι εργαζόμενοι στην επανεγκατάσταση προσφύγων που συνδέονται με φιλανθρωπίες Καθολικών ιδρυμάτων. Υποδέχθηκαν την Sabah και την οικογένειά της στο αεροδρόμιο, τις έφεραν σε ένα διαμέρισμα εφοδιασμένο με είδη από το παντοπωλείο και τους βοήθησαν να εγκλιματιστούν.

Στις εβδομάδες που ακολούθησαν, οι εργαζόμενοι και οι εθελοντές πήγαιναν την οικογένεια σε ιατρικά ραντεβού· έδειξαν στη Sabah πώς να χρησιμοποιεί το λεωφορείο· και τους έγραψαν σε τάξεις «πολιτιστικού προσανατολισμού» που μάθαιναν στον κόσμο οικονομικά ζητήματα καθημερινότητας και πώς να αποφεύγουν τις απάτες διά του τηλεφώνου.

Όσο για τους δίδυμους στόχους της Sabah —ασφάλεια και αυτάρκεια— η οικογένειά της πέτυχε τον πρώτο αμέσως. Και η αυτάρκεια; Αυτό πήρε λιγότερο από ένα χρόνο.

Είναι αλήθεια ότι όταν η οικογένειά της έφτασε, ήταν εγγεγραμμένοι σε μια πληθώρα δημόσιων υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των συσσιτίων, παροχής ενοικίου και σε άλλα προγράμματα βοήθειας και Πρόνοιας. Αλλά αυτό ήταν προσωρινό. Μέχρι τον όγδοο μήνα, η Sabah αναφέρει, είχε λήξει και το τελευταίο πρόγραμμα από αυτά, καθώς η οικογένεια μεταφέρθηκε από τη δημόσια ιατρική περίθαλψη στο πρόγραμμα υγείας του συζύγου της που χρηματοδοτούσε ο εργοδότης του.

Και οι δύο γονείς εργάζονται τώρα με πλήρη απασχόληση –εκείνος σε μια αποθήκη, κι εκείνη για μια άλλη υπηρεσία προσφύγων, όπου βοηθά να ανταποδώσει την υποστήριξη που και η ίδια είχε λάβει. Η Sabah προσπαθεί να δώσει στους αμήχανους νεοφερμένους πρόσφυγες που νοσταλγούν το σπίτι τους, πίστη και κουράγιο, και με το να μοιράζεται την ιστορία της. Αυτή και ο σύζυγός της είναι περήφανοι φορολογούμενοι για χρόνια, τους λέει. Από το προηγούμενο φθινόπωρο, είναι Αμερικανοί πολίτες.

Σύντομα, θα είναι και ιδιοκτήτες σπιτιών, με αρκετό χώρο για το νέο μωρό που αναμένεται να έρθει τον Ιούνιο.

Η ιστορία της Sabah είναι χαρακτηριστική. Η ρητορική κατά των μεταναστών, από τον 19ο αιώνα κι έπειτα, έχει στοχοποιήσει τους μετανάστες ως ανεπανόρθωτα τεμπέληδες και φτωχούς. Αλλά πολλαπλές μελέτες -συμπεριλαμβανομένης μιας που ανατέθηκε από την κυβέρνηση Trump!— έχουν διαπιστώσει ότι, μετά από μια αρχική περίοδο προσαρμογής, οι πρόσφυγες έχουν καθαρό θετικό οικονομικό αντίκτυπο. Είναι πιο πιθανό να βρουν εργασία και να ξεκινούν τις δικές τους επιχειρήσεις από ότι οι ντόπιοι.

Άλλες επτά πολιτείες εξετάζουν αν θα κλείσουν τα σύνορά τους στους πρόσφυγες. Έχουν διορία μόνο μέχρι τις 21 Ιανουαρίου να αποφασίσουν αν θα αδράξουν την οικονομική ευκαιρία από την οποία παραιτείται ο Abbott, και να δείξουν στον κόσμο ότι υπάρχει ακόμα χώρος.