





Στο Τορίνο,
στις 3 Ιανουαρίου 1889…
ο Φρίντριχ Νίτσε βγαίνει απ’ το
σπίτι του, οδός Κάρλο Αλμπέρτο 6,
ίσως για βόλτα, ίσως για να
περάσει από το ταχυδρομείο…
…να πάρει την αλληλογραφία του.
Όχι μακριά του ή έστω
πολύ απομακρυσμένα από αυτόν…
ένας αμαξάς έχει πρόβλημα
με το πεισματάρικο άλογό του.
Παρά το τσίγκλισμα,
το άλογο αρνείται να κουνηθεί,
και τότε ο αμαξάς…
Ο Τζουζέπε Κάρλο Ετόρε
…χάνει την υπομονή του
και αρχίζει να το μαστιγώνει.
Ο Νίτσε ξεπετάγεται…
και έτσι βάζει τέλος σε αυτή τη
βάναυση σκηνή, όπου ο αμαξάς…
…στο μεταξύ έχει αφρίσει
απ’ τον θυμό του.
Ο γεροδεμένος και μυστακοφόρος
Νίτσε, ορμά ξαφνικά στην άμαξα,
και τυλίγει τα χέρια του
στον λαιμό του αλόγου…
κλαίγοντας με αναφιλητά.
Ο γείτονάς του τον πάει σπίτι…
όπου μένει ξαπλωμένος
σε ένα ντιβάνι για δύο μέρες…
ακίνητος και σιωπηλός,
μέχρι που μουρμουρίζει…
τα απαραίτητα
τελευταία του λόγια:
«Μητέρα, είμαι ανόητος.»
Και ζει έτσι για άλλα 10 χρόνια,
ευγενής και τρελός,
με τη φροντίδα της μητέρας του
και των αδελφών του.
Όσο για το άλογο…
Δεν γνωρίζουμε τι απέγινε.
– Μπέλα Ταρ
