
Υπάρχουν ακόμη στοχαστές που γράφουν σαν να ξεφλουδίζουν τον ίδιο τον εαυτό τους — στρώμα στρώμα, μέχρι να φτάσουν στην κραυγή. Που δεν νιώθουν ασφαλείς μέσα στο πετσί τους, που κάθε φράση, κάθε λέξη τους αναμετριέται με την ύπαρξη. Δεν στοχάζονται για να αναπαραστήσουν τον στοχασμό. Τον ενσαρκώνουν — όπως ενσαρκώνεται ένα τραύμα που δεν επουλώνεται.
Και όταν μιλούν, δεν αναμεταδίδουν εξουσία· την τρέμουν. Δεν μιλούν για να πείσουν· μιλούν γιατί δεν αντέχουν να σιωπούν. Ο λόγος τους δεν είναι εργαλείο επιρροής, αλλά απόηχος μιας εσωτερικής πάλης. Δεν θυμίζει θέσφατο· θυμίζει πληγή που δεν λέει να στεγνώσει. Και σκύβει για να βρει ανάπαυση στο αθέατο, όπου δεν υπάρχει λάμψη — μόνο αλήθεια. Το αντίβαρο της περσόνας: εκεί που ο «διανοούμενος» επιδιώκει να φαίνεται, αυτός που σκέφτεται με τον κόπο της ψυχής λαχταράει να είναι αθέατος, απαρατήρητος.
Αλλά αυτοί είναι λίγοι. Σιωπηλοί. Δεν κάνουν θόρυβο. Ως αντίσταση στον θεσμικό ναρκισσισμό της brand-διανόησης, δεν δηλώνουν, δεν αυτοπροβάλλονται, δεν χτίζουν καριέρες πάνω στα λόγια. Μιλούν, όταν μιλούν, με την ευγένεια εκείνων που ξέρουν ότι η σκέψη μπορεί να πληγώσει — και κυρίως να αποκόψει.
Το είδωλο που κυριαρχεί είναι άλλο: το ασφαλές, το λείο, το επαγγελματικά στοχαστικό. Αυτό που ντύνεται «ανήσυχο», αλλά δεν αμφισβητεί ποτέ τον εαυτό του. Που επιβιώνει μέσα από την εντύπωση της εμβάθυνσης, χωρίς να κατεβαίνει στην άβυσσο. Που ξέρει να γράφει, αλλά δεν έχει σκίσει ποτέ τις σάρκες του. Ξέρει ίσως για τον Θεό — αλλά δεν τον έχει ποτέ παρακαλέσει. Δεν τον έχει αναζητήσει ως έλλειμμα, μόνο ως concept. Ο Θεός όμως δεν κατοικεί στη διάνοια. Κατοικεί στη ρωγμή. Στην κραυγή που δεν ακούστηκε. Στο γόνυ που λύγισε. Στην απώλεια που δεν εξηγήθηκε.
Αναδύεται έτσι κάτι απωθητικό στον τρόπο που ο «διανοούμενος» συνεχίζει να στέκεται στο ανοικτό ή κλειστό προσκήνιο – όχι πια ως ήρωας της κριτικής σκέψης, αλλά ως σκιά που περιφέρεται ανάμεσα σε διαδρόμους, φεστιβάλ, podcasts, πρεμιέρες, επιτροπές και think tanks. Ψιθυρίζει μεγαλοστομίες για λογαριασμό δυνάμεων που ούτε ο ίδιος καταλαβαίνει.
Οι «στοχαστές του πνεύματος» δεν έχουν πάψει να υπάρχουν. Έχουν απλώς πάψει να μας αφορούν — τουλάχιστον εκείνοι που έχουν υποκαταστήσει τη δημιουργία με τη διαμεσολάβηση.
Η Ayn Rand, όσο κι αν προκαλεί αλλεργία σε αριστερούς κύκλους, διέκρινε εγκαίρως το βασικό τους μειονέκτημα: η διανόηση που δεν συνδέεται με πράξη, μετατρέπεται σε ηθικολογική επιτήρηση. Δεν διακινδυνεύει τίποτα δικό της, αλλά έχει άποψη για όλα τα ξένα, με την παρασιτική άνεση και κομψότητα της κρίσης χωρίς συνέπειες.
Η επιμονή του να εξηγεί τον κόσμο χωρίς να τον αγγίζει δημιουργεί ένα είδος αντι-ανθρώπινης υφής: ένα πλάσμα που ξέρει περισσότερα απ’ όσα αντέχει να αισθανθεί.
Ο Γκράμσι δεν τους μισούσε — τους ξεγύμνωνε. Τους έβλεπε να παριστάνουν τους «ουδέτερους» παρατηρητές, ενώ στην πράξη ήταν οι μεταφραστές της ισχύος: μεταμφίεζαν την κυρίαρχη ιδεολογία σε «κοινή λογική». Οι τέλειοι υπάλληλοι της ηγεμονίας.
Η παραδοσιακή διανόηση —στο πανεπιστήμιο, στον τύπο, στα πολιτιστικά ιδρύματα, στους θεσμικούς διαδρόμους— λειτουργεί συχνά ως μηχανή συγκαλυμμένης ταξικότητας και ιδεολογικής τοξικότητας. Όχι με κραυγές, αλλά με διαλέξεις. Όχι με εντολές, αλλά με υπονοούμενα. Η γνώση της είναι πολιτικά αφομοιωτική: χωνεύει το ριζοσπαστικό για να το σερβίρει ως «αντικειμενικότητα».
Ο Φρομ το έθεσε αλλιώς: ο διανοούμενος που δεν αγαπά, δεν είναι επικίνδυνος — είναι απλώς άχρηστος. Ένα πλάσμα που εθίστηκε στο να καταλαβαίνει χωρίς να σχετίζεται, να διαβάζει χωρίς να συγκλονίζεται, να γράφει χωρίς να κινδυνεύει.
Ο στοχασμός τους δεν λυτρώνει — μονώνει. Γίνεται τοίχος αντί για πέρασμα. Και το μυαλό, αντί για εργαλείο απελευθέρωσης, γίνεται θάλαμος αυτοθαυμασμού που δεν απαντάει σε καμία κοινωνική ανάγκη.
Ο διανοούμενος φοβάται τη βουτιά στο υπαρξιακό. Δεν θέλει να πονάει, δεν θέλει να εμπλακεί, δεν θέλει να αμφισβητήσει τον εαυτό του. Θέλει μόνο να εξηγεί. Και αυτό, στον κόσμο που ζούμε, ισοδυναμεί με συνενοχή.
Δεν εργάζεται για κανέναν. Ούτε για το κοινό καλό, ούτε για το «υποκείμενο της Ιστορίας», ούτε καν για το «δημοκρατικό ιδεώδες». Μόνο για να φανεί «στοχαστικός», «ανήσυχος», «προοδευτικός». Αριστερός χωρίς κόστος, φιλελεύθερος χωρίς ρίσκο, αντιφασίστας όσο οι άλλοι παραμένουν υπό.
Τι αξία έχει η σκέψη, αν δεν μπορεί να κρατήσει κανέναν όρθιο στη μέση της νύχτας; Αν δεν μεταμορφώνει, αν δεν λυτρώνει, και μόνο επιβεβαιώνει, δεν χρειάζεται.
Ίσως τελικά το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη στοχαστών — είναι η απουσία πίστης. Όχι θρησκευτικής· πολιτικής, υπαρξιακής, ριζικής. Πίστης σε κάτι έξω από τον εαυτό μας. Σε κάτι που δεν αναλύεται, αλλά δεσμεύει.
Οι διανοούμενοι του καιρού μας δεν πιστεύουν — παρατηρούν. Δεν εμπλέκονται — εξηγούν. Και σε έναν κόσμο που φλέγεται, η αποστασιοποίηση δεν είναι σοφία. Είναι προνόμιο. Και συνενοχή.
Η πολλή αθεΐα, η πολλή ειρωνεία, η πολλή «απόσταση» δεν είναι σημάδια ωριμότητας. Είναι το άλλοθι της ηγεμονίας.
Και το πνεύμα, όταν πάψει να καίει, δεν φωτίζει· χρηματοδοτείται.
