
Η λεγόμενη woke σκέψη θεωρήθηκε απειλή όχι επειδή προκαλεί, αλλά επειδή αμφισβητεί ένα από τα θεμελιώδη αξιώματα κάθε αυταρχικού συστήματος: ότι υπάρχει ένα και μοναδικό, απόλυτο και “φυσικό”, αναλλοίωτο πλαίσιο αρχών. Ένα «ευαγγέλιο» που δεν χρειάζεται να αποδειχθεί, μόνο να επιβληθεί. Κι ακριβώς γι’ αυτό δεν αντέχει την ελευθερία: την ερμηνεύει ως κίνδυνο, τη μεταφράζει σε εκτροπή, τη βαφτίζει παρέκκλιση, την αισθάνεται ως ανωμαλία.
Αλλά ο πραγματικός φόβος δεν είναι η καταγγελία. Είναι ότι η woke νοοτροπία διαταράσσει την ψευδαίσθηση του αυτονόητου. Δεν αρκείται να επισημάνει τις αδικίες· αμφισβητεί τις σταθερές. Θέτει υπό ερώτηση όσα θεωρούνται “φυσικά”, “κανονικά”, “σωστά”. Κι αυτό, από μόνο του, γεννά άγχος: μήπως η πραγματικότητα δεν είναι και τόσο αμετακίνητη· μήπως το υποκείμενο δεν είναι πάντα κυρίαρχο· μήπως το νόημα δεν έρχεται «από τα πάνω», αλλά πλάθεται εν σχέσει — μέσα από οδύνη και ηδονή, μνήμη και παρακοή.
Αυτός ο φόβος για έναν σχεσιακό κόσμο, όπου τα νοήματα δεν επιβάλλονται από μια αμετάβλητη αρχή, αλλά διαμορφώνονται στο μεταξύ, δεν είναι μόνο πολιτικός ή ψυχολογικός. Είναι και θεολογικός. Γιατί ακόμη κι όταν η anti-woke ρητορική επιστρατεύει τον Θεό για να κατοχυρώσει το “φυσιολογικό”, η ίδια η παράδοση διαψεύδει το επιχείρημα.
Η Ορθόδοξη θεολογία δεν διδάσκει ότι το φύλο είναι απόλυτη δομή ή αιώνια κατηγορία. Ο άνθρωπος, κατά την Πατερική σκέψη, είναι πρόσωπο, όχι σύνολο χαρακτηριστικών. Το φύλο είναι μέρος της ενσώματης εμπειρίας, όχι της ουσίας του ανθρώπου. Και σκοπός της πνευματικής πορείας δεν είναι η επιβεβαίωση της βιολογίας, αλλά η είσοδος στη θεία κοινωνία.
Εκεί όπου, όπως λέει η φράση:
«οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ».
Ο Παύλος δεν λέει απλώς ότι άνδρες και γυναίκες είναι ίσοι, αυτό θα μπορούσε να διατυπωθεί πολύ πιο απλά. Λέει κάτι βαθύτερο: ότι στην εν Χριστῷ εμπειρία, η διάκριση άρρενος και θήλεος καταργείται ως θεμελιώδης όρος ταυτότητας. Όχι επειδή το σώμα περιφρονείται, αλλά επειδή μεταμορφώνεται.
Η θέωση, ο τελικός σκοπός της ύπαρξης, δεν συντελείται κατά φύσιν, αλλά υπέρ φύσιν. Το φύλο δεν είναι το θεμέλιο της σωτηρίας, ούτε καν ο απαραίτητος φορέας της. Αυτό που σώζεται, που κοινωνεί, που ενώνεται με τον Θεό, είναι το πρόσωπο – όχι η βιολογική διαφορά.
Γι’ αυτό και κάθε προσπάθεια να θεμελιωθεί θεολογικά η φράση «υπάρχουν μόνο δύο φύλα» δεν αντλεί από την παράδοση της Εκκλησίας. Αντλεί από τη φοβική ανάγκη της εξουσίας να κλειδώσει το μυστήριο του ανθρώπου μέσα σε δυαδικά σχήματα.
Το anti-woke αφήγημα δεν είναι απλώς μια πολιτική θέση. Είναι μηχανισμός ανακούφισης: για ένα εγώ που δεν αντέχει την πολυπλοκότητα και την ετερότητα. Ψυχολογικά, λειτουργεί ως άμυνα απέναντι στην ασάφεια· ένα προσωπείο “λογικής” που συγκαλύπτει την ανάγκη για τάξη μέσω ελέγχου. Γι’ αυτό και η απήχησή του είναι αναμενόμενη: σε κοινωνίες που αισθάνονται ότι χάνουν την αυθεντία· σε ανθρώπους που κουβαλούν καταπιεσμένο θυμό· σε συστήματα που λαχταρούν τη βεβαιότητα της υποταγής. Εκεί, η υπόσχεση μιας «φυσικής τάξης» προσφέρει την ψευδαίσθηση ενός κόσμου χωρίς σύγκρουση – όπως η θαλπωρή της πρώτης αγκαλιάς: κλειστή, ακίνητη, χωρίς ερωτήματα· βουβή, πάντα εκεί, αδιαπραγμάτευτη.
Πρόκειται περισσότερο για μια regressive φαντασίωση, μια επιστροφή στη βεβαιότητα της εξάρτησης, παρά για πολιτικό σχέδιο. Όμως η πνευματική ελευθερία -όπως και η πολιτική- στηρίζεται στην εμπιστοσύνη στο πρόσωπο. Όχι στην ανασφάλεια των συστημάτων.
Κι αν κάτι αξίζει να διασωθεί μέσα στον σημερινό παγκόσμιο θόρυβο, είναι αυτή η πίστη: ότι το νόημα δεν είναι νόμος, αλλά σχέση. Και ότι η πιο ουσιαστική παράδοση, θεολογική, δημοκρατική, ανθρώπινη, δεν θεμελιώνεται στην καθυπόταξη, αλλά στη συνάντηση: στη ζώσα εμπειρία του άλλου, εκεί όπου δεν χρειάζεται να έχεις δίκιο για να υπάρχεις και να έχεις αξία.
