Το Άδειο Σύνταγμα: γιατί οι συνταγματολόγοι μιλούν, αλλά τίποτα δεν αλλάζει

Υπάρχει μια σχεδόν τελετουργική σκηνή που επαναλαμβάνεται κάθε φορά που η χώρα μπαίνει σε κρίση — θεσμική, πολιτική ή ηθική. Και κάθε φορά που δεν μπαίνει επίσης.
Κάποια κυβέρνηση καταρρέει, μια «καινοτόμος» αναθεώρηση ανακοινώνεται, ένας λαϊκιστής ανεβαίνει στα ποσοστά ή απλώς δεν έχουμε με τι να ασχοληθούμε — και τότε εμφανίζεται η ίδια γνώριμη χορωδία: οι συνταγματολόγοι.

Με στόμφο και μαθηματική ψυχραιμία, μιλούν για «θεσμικές εγγυήσεις», για «κανόνες δικαίου», για «ισορροπίες εξουσιών». Παρελαύνουν στα πάνελ, γράφουν άρθρα, διαχωρίζουν σχολαστικά τις έννοιες. Κι όμως, στο τέλος της ημέρας, οι κοινωνίες δεν γίνονται πιο δίκαιες. Οι άνθρωποι δεν νιώθουν πιο ελεύθεροι. Οι θεσμοί δεν σοφίζονται.

Κάτι σε όλο αυτό μοιάζει κούφιο — μια παράσταση γνώσης χωρίς καμία πράξη κατανόησης.

Η ιερατική τάξη του Συντάγματος

Ο συνταγματισμός γεννήθηκε μέσα από τη λογική της νεωτερικότητας: την πίστη ότι η Λογική μπορεί να τιθασεύσει το χάος του ανθρώπου. Όμως, όπως κάθε ιερατείο, έτσι κι αυτό κατέληξε να αποκοπεί από το ποίμνιό του.

Σήμερα, η κοινότητα των συνταγματολόγων λειτουργεί ως μια ναρκισσιστική, αυτοαναφορική ιερατική τάξη. Μια κάστα που ομνύει σε έναν «ορθό λόγο» αποστειρωμένο από κάθε εμπειρία πόνου, φόβου ή ενοχής.

Η γλώσσα τους —“νομοτυπικότητα”, “κανονιστική συνοχή”, “θεσμική ανασφάλεια δικαίου”— δεν αγγίζει πια κανέναν εκτός του κύκλου τους. Έχει γίνει αμυντικός μηχανισμός, όχι εργαλείο απελευθέρωσης.

Κανείς δεν τολμά να ρωτήσει: όλα αυτά που συζητάμε, μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους;

Όταν η γνώση γίνεται διακόσμηση

Ο Habermas φαντάστηκε τον συνταγματικό λόγο ως τον ορθολογικό πυρήνα της δημοκρατίας — έναν χώρο όπου η δημόσια λογική θα διαμόρφωνε το κοινό καλό.
Αλλά σήμερα ο λόγος αυτός έχει γίνει διακόσμηση. Μια εκλεπτυσμένη αισθητική του κενού.

Η νομική αρτιότητα έχει μετατραπεί σε στολίδι του αδιεξόδου. Ο δημόσιος διάλογος μοιάζει με γκαλερί αφηρημένων εννοιών, που κρέμονται πάνω από μια κοινωνία χωρίς θεμέλιο.

Η νομολογία λειτουργεί σαν έργο τέχνης χωρίς θεατές — όμορφο, αλλά άχρηστο.

Η ηθική αποτυχία της ουδετερότητας

Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι συνταγματολόγοι είναι ανειλικρινείς. Είναι ότι λατρεύουν την ουδετερότητα σαν ηθικό πρόταγμα. Αναλύουν τα συστήματα σαν να μην είναι χτισμένα πάνω σε αδικία, αποκλεισμό, και αίμα.

Το ίδιο το Σύνταγμα —το «ιερό κείμενο»— συχνά καλύπτει τη βία της γέννησής του. Να το ερμηνεύεις χωρίς ηθική επίγνωση είναι σαν να προσεύχεσαι χωρίς Θεό.

Όταν ο νόμος παύει να αγγίζει τη συνείδηση, γίνεται τελετουργία χωρίς χάρη.

Η ανάγκη για νέα γλώσσα

Ίσως αυτό που λείπει δεν είναι περισσότερη συνταγματική ανάλυση, αλλά μια νέα συνταγματική φαντασία. Μια φαντασία που δεν ξεκινά από τους θεσμούς, αλλά από τον εσωτερικό κόσμο του πολίτη.

Πώς θα έμοιαζε ένα «σύνταγμα της ψυχής»; Ένα πλαίσιο που θα εκπαιδεύει την ενσυναίσθηση, τη συνυπευθυνότητα, την ικανότητα να υποφέρουμε μαζί και ταυτόχρονα θα σέβεται την ατομικότητα.

Καμιά κοινωνία δεν καταρρέει μόνο από νομική ανεπάρκεια. Καταρρέει όταν οι πολίτες παύουν να πιστεύουν ότι η δικαιοσύνη είναι δυνατή· όταν σταματούν να νιώθουν δεσμευμένοι ο ένας απέναντι στον άλλον και στην αυθεντικότητα της ύπαρξής τους.

Το καθήκον του δημόσιου στοχαστή δεν είναι να εξηγεί το δίκαιο, αλλά να επαναμαγεύει την ηθική ζωή που το προηγείται.

Επίλογος: πέρα από το Ιερό Κείμενο

Στο τέλος, το Σύνταγμα —όπως κάθε ανθρώπινο δημιούργημα— είναι ζωντανό μόνο όσο ζει η ουσία που το κινεί. Οι επιστήμονες θα συνεχίσουν να γράφουν υπομνήματα, οι δικαστές να εκδίδουν αποφάσεις, οι πολιτικοί να τροποποιούν άρθρα.

Αλλά αν όλα αυτά δεν στηρίζονται στην καλλιέργεια μιας βαθύτερης ανθρωπιάς, δεν είναι παρά ο ήχος μιας άδειας εκκλησίας. Κι ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο μας ψέμα: ότι η νομική πολυπλοκότητα σημαίνει και ηθική πρόοδος.

Δεν σήμαινε ποτέ. Και δεν θα σημαίνει ποτέ, όσο ο Νόμος μένει χωρίς Πνεύμα.