Η προφορά των λόγων του καθαγιασμού στη Θεία Λειτουργία υποδηλώνει τον ίδιο το Χριστό, ο οποίος μιλά σε πρώτο πρόσωπο («… Λάβετε, φάγετε, τούτο μού εστί το σώμα… Ομοίως… πίετε… τούτο εστί το αίμα μου»). Αποκαλύπτει τη ζώσα παρουσία του στο Corpus misticum του ιερέα, στο εκκλησίασμα και το ψωμί, στο κρασί και το θυμίαμα. Όλα αυτά μαζί σχηματίζουν τη μυστική ενότητα που προσφέρεται για τη θυσία. Σε μία τέτοια στιγμή γεννιέται προφανώς ο αιώνιος χαρακτήρας της μίας θείας θυσίας. Βιώνεται σε μία ιδιαίτερη στιγμή και σε ένα ιδιαίτερο τόπο σαν να ανοίγεται ένα παράθυρο ή μία πόρτα πέρα από το χώρο και το χρόνο. Κάτω από αυτό το πρίσμα χρειάζεται να κατανοήσουμε τους λόγους τους Αγίου Χρυσοστόμου, που λέει: «Και τούτη η λέξη, όταν προφερθεί σε οποιαδήποτε εκκλησία, σε οποιοδήποτε βωμό, τελειοποιεί τη θυσία από εκείνης της ημέρας έως και της Δευτέρας Παρουσίας Του. Εδώ είναι φανερό πως μόνον εξαιτίας της παρουσίας του Κυρίου γίνεται τέλειο το ατελές σώμα της θυσίας, και όχι από την προπαρασκευαστική λειτουργία του ιερέα. Αν ήταν αυτή η ικανή αιτία, τότε η τελετή δεν θα διέφερε από εκείνες της μαγείας. Ο ιερέας είναι μόνον η causa ministerialis (διακονία) της μετουσίωσης. Η πραγματική αιτία είναι η ζώσα παρουσία του Χριστού, που λειτουργεί αυθόρμητα σαν πράξη της Θείας Χάρης.
Σύμφωνα με τον Ιωάννη της Δαμασκού (που μετέστη το 754 μ.Χ.) οι λόγοι έχουν καθαγιαστική επίδραση, αδιάφορο από ποιον ιερέα προφέρονται, σαν να ήταν παρών ο Χριστός και να τους πρόφερε ο ίδιος. Ο Ντανς Σκότους, επίσης, (μετέστη το 1308) παρατηρεί ότι στο μυστήριο του Μυστικού Δείπνου, ο Χριστός με μία πράξη θέλησης προσφέρει τον εαυτό του σαν θυσία σε κάθε Θεία Λειτουργία, με τη μεσολάβηση του ιερέα. Αυτό μας λέει αρκετά καθαρά ότι η θυσιαστική πράξη δεν επιτελείται από τον ιερέα αλλά από τον ίδιο το Χριστό. Το αίτιο της μεταμόρφωσης δεν είναι παρά η θεία θέληση, που εργάζεται μέσω του Χριστού.
Η Σύνοδος της Τρέντης διακήρυξε πως στη θυσία της Θείας Λειτουργίας «ο ίδιος ο Χριστός περιέχεται και θυσιάζεται αναίμακτα». Η ίδια η λειτουργία δεν είναι επανάληψη της ιστορικής θυσίας αλλά μία αναίμακτη ανανέωσή της. Επειδή οι λόγοι που προφέρονται κατά το μυστήριο έχουν τη δύναμη να πραγματοποιήσουν τη θυσία, όντας έκφραση της θεϊκής θέλησης, μπορούν να περιγραφούν μεταφορικά σαν θυσιαστικό μαχαίρι ή σπαθί, το οποίο καθοδηγούμενο από τη θέλησή Του, αναλώνει τη θυσία.
Τούτη η σύγκριση έγινε αρχικά από τον Ιησουίτη Πάτερ Λέσιο (μετέστη το 1623) και από τότε έγινε αποδεκτή σαν εκκλησιαστικός τρόπος έκφρασης. Η βάση της βρίσκεται στην Προς Εβραίους Επιστολή (Κεφ. 4, στιχ.16) που αναφέρει: «Γιατί ο λόγος του Κυρίου είναι γοργός και πανίσχυρος, οξύτερος από διστομη ρομφαία.» Επίσης, κάτι ανάλογο διακρίνεται στην Αποκάλυψη Ι:16: «… και εκ του στόματος αυτού ρομφαία δίστομος οξεία εκπορευόμενη.» Η «θεωρία του σφαγιασμού» εμφανίσθηκε για πρώτη φορά κατά το δέκατο έκτο αιώνα. Εκείνος που την εισήγαγε ήταν ο Κουέστα, Επίσκοπος της Λιόν (μετέστη το 1560), ο οποίος δήλωνε πως ο Χριστός σφαγιαζόταν από τον ιερέα. Έτσι, η μεταφορά του σπαθιού ακολούθησε αρκετά φυσικά.
Ο Νικόλαος Καβάσιλας, αρχιεπίσκοπος της Θεσσαλονίκης (μετέστη περίπου το 1363), παρέχει μία ζωντανή περιγραφή της αντίστοιχης τελετής στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία:
Ο ιερέας κόβει ένα κομμάτι από τον άρτο λέγοντας: «Σαν αρνίο οδηγήθηκε στη σφαγή.» Στη συνέχεια το αφήνει επάνω στην τράπεζα και λέει: «το αρνίο του Θεού σφαγιάσθηκε.» Κατόπιν κάνει το σημείό του σταυρού επάνω στο ψωμί και μπήγει τη λόγχη στην πλευρά του, ακολουθώντας τη Γραφή που αναφέρει ότι «ένας από τους στρατιώτες βύθισε τη λόγη του στην πλευρά Του και από εκεί έτρεξε αίμα και νερό». Με αυτά τα λόγια αναμιγνύει στο δισκοπότηρο νερό και οίνο, που το τοποθετεί δίπλα στον άρτο. Το δώρον αντιπροσωπεύει επίσης εκείνον που το δίνει. Δηλαδή, ο Χριστός είναι τόσο ο θύτης όσο και το θύμα.
Ο Κραμπ γράφει: «Άλλοτε το fractio (ο διαμερισμός) και ορισμένες φορές το elevatio (η ανύψωση), που προηγείται του Πάτερ Ημών, θεωρείτο πως συμβόλιζε το θάνατο του Χριστού, είτε το σημείο του σταυρού στο τέλος των «Supplices», ή την καθιέρωση. Ωστόσο, ποτέ κανείς δε σκέφθηκε να χρησιμοποιήσει ένα σύμβολο σαν το «μυστικό σφαγιασμό» για τη θυσία, που συνιστά την ουσία της Θείας Λειτουργίας. Έτσι, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ο «σφαγιασμός» στη λειτουργία.
Το «Τεοκουαλο» των Αζτέκων
Παρόλο που η ίδια η Θεία Λειτουργία είναι ένα μοναδικό φαινόμενο στη συγκριτική ιστορία των θρησκειών, το συμβολικό της περιεχόμενο θα ήταν ξένο προς την ανθρωπότητα, αν δεν ήταν ριζωμένο στην ανθρώπινη ψυχή. Αν είναι, όμως, τόσο ριζωμένο, τότε μπορούμε να ανακαλύψουμε παρόμοια πρότυπα συμβολισμού, τόσο στην πρώιμη ιστορία της ανθρωπότητας όσο και στον κόσμο της παγανιστικής σκέψης. Η προσευχή Supra quae (Επίβλεψον εφ’ ημάς ο Θεός…) στην Ευχή της Προσκομιδής, δείχνει πως η Θεία Λειτουργία περιέχει νύξεις των «προαπεικονίσεων» της Παλαιάς Διαθήκης και έμμεσα του αρχαίου θυσιαστικού συμβολισμού. Είναι ξεκάθαρο, επομένως, ότι στη θυσία του Χριστού και στη Θεία Κοινωνία δονείται μία από τις πιο βαθιές χορδές της ανθρώπινης ψυχής, η ανθρώπινη θυσία και η τελετουργική ανθρωποφαγία. Δυστυχώς δεν μπορούμε να εισέλθουμε στον όγκο του σχετικού εθνολογικού υλικού. Έτσι, θα αρκεστούμε στο να υπενθυμίσουμε την τελετουργική σφαγή για τη γονιμότητα της γης και την ευημερία του λαού του, την ανανέωση και αναζωογόνηση των θεών μέσω της ανθρώπινης θυσίας και την καταβρόχθιση του τοτέμ, που είχα σαν στόχο την ένωση των συμμετεχόντων με τη ζωή των προγόνων τους.. Αυτές οι νύξεις επαρκούν για να δείξουν πως τα σύμβολα της Θείας Λειτουργίας διαπερνούν τις βαθύτερες στοιβάδες της ψυχής και της ιστορίας της. Προφανώς ανήκουν στις αρχαιότερες και κεντρικότερες θρησκευτικές ιδέες. Σε ό,τι αφορά αυτές τις ιδέες υφίσταται ακόμη μια πλατιά προκατάληψη, όχι μόνον ανάμεσα στους κοινούς ανθρώπους, αλλά και στους επιστημονικού ςκύκλους.
Πιστεύεται γενικά πως οι λατρείες και τα έθιμα αυτού του είδους «εφευρέθηκαν» κάποια στιγμή και κατόπιν κληροδοτήθηκαν ή έγιναν αντικείμενα μίμησης. Έτσι, δεν υπήρχαν καθόλου στα περισσότερα μέρη, εκτός και αν είχαν φθάσει ως εκεί με τον υποδεικνυόμενο τρόπο. Ωστόσο, είναι πάντα ένα επικίνδυνο εγχείρημα η προσπάθειά μας να αντλήσουμε συμπεράσματα από το σύγχρονο, «πολιτισμένο» τρόπο σκέψης για την πρωτόγονη κατάσταση του νου.
Η πρωτόγονη συνείδηση διαφέρει σε πολλά και σημαντικά σημεία από εκείνη των σύγχρονων λευκών. Έτσι, στις πρωτόγονες κοινωνίες η «εφεύρεση» είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από ό,τι στις σύγχρονες, όπου ο ένας συρμός ακολουθεί τον άλλο. Στους πρωτόγονους λαούς η ζωή κυλάει με τον ίδιο τρόπο για γενιές, τίποτα δεν αλλάζει, εκτός ίσως από τη γλώσσα. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι «εφευρίσκεται» κάποια καινούρια. Η γλώσσα τους είναι «ζωντανή» και επομένως μπορεί να αλλάξει και τούτο υπήρξε δυσάρεστη ανακάλυψη για όσους ασχολούνται με την καταγραφή των πρωτόγονων γλωσσών. Κατά τον ίδιο τρόπο, κανείς δεν «εφευρίσκει» τη γραφική διάλεκτο που χρησιμοποιείται στην Αμερική, μία διάλεκτο που ξεπηδάει με ανεξάντλητη αφθονία από το γόνιμο έδαφος της καθημερινής ομιλίας.
Κατά τον ίδιο τρόπο αναπτύχθηκαν οι θρησκευτικές τελετές και ο πλούτος των συμβόλων τους από πηγές ξεχασμένες και μάλιστα όχι μόνο σε ένα, αλλά σε πολλούς και διαφορετικούς τόπους, σε μια ταυτόχρονη περίοδο. Αναπτύχθηκαν αυθόρμητα από τα βασικά στρώματα της ανθρώπινης φύσης, που δεν εφευρίσκονται ποτέ, αλλά είναι παντού τα ίδια.

Δεν προκαλεί έκπληξη λοιπόν, το γεγονός ότι βρίσκουμε θρησκευτικές τελετές που πλησιάζουν πολύ τη Χριστιανική πρακτική σε ένα πεδίο ανέγγιχτο από τον κλασικό πολιτισμό. Εννοώ τις τελετές των Αζτέκων και ιδίατερα εκείνη του Τεοκουάλο, της «Βρώσης του Θεού», έτσι όπως καταγράφηκε από τον Αδελφό Μπερναρντίνο ντε Σαχαγκούν (Bernardino de Sahagun), που άρχισε το ιεραποστολικό έργο του ανάμεσα στους Αζτέκους το 1529, οκτώ χρόνια μετά την κατάκτηση του Μεξικού. Σε αυτή την τελετή έφτιαχναν μια ζύμη από αλεσμένους σπόρους του φυτού Argemone mexicana και την έπλαθαν στη μορφή του Θεού Χουϊτζιλοποχτλι:
Και την επομένη το σώμα του Χουϊτζιλοποχτλι πέθαινε. Εκείνος που τον σκότωνε ήταν ο ιερέας γνωστός σαν Κουετζαλκοάτλ, χρησιμοποιώντας ένα ακόντιο με αιχμή από πυρόλιθο, που το κάρφωνε στην καρδιά του.
Πέθαινε μπροστά στο Μοκτεζούμα και στο φύλακα του θεού, που μπορούσε να του κάνει προσφορές, γιατί ο Χουϊτζιλοποχτλι αληθινά εμφανιζόταν μπροστά του και του μιλούσε. Πέθαινε μπροστά στους τέσσερις ηγέτες των νεαρών. Μπροστά σε όλους αυτούς πέθαινε ο Χουϊτζιλοποχτλι.
Και όταν πέθαινε, διαμοίραζαν το σώμα του Η καρδιά του δινόταν στο Μοκτεζούμα.
Όσο για τα υπόλοιπα μέλη του, τα μοίραζαν και τα έδιναν σε όλους… Κάθε χρόνο… τα έτρωγαν… Και όταν μοίραζαν ανάμεσά τους το σώμα του, που έπλαθαν από… ζύμη, το έκοβαν σε πολύ μικρά, πολύ λεπτά σαν σπόρους κομμάτια. Οι νέοι τα έτρωγαν.
Και για αυτό το οποίο έτρωγαν, έλεγαν: «Τρώγεται ο Θεός.» Και για εκείνους που τον έτρωγαν, έλεγαν: «Φυλάσσουν το Θεό.»
Η ιδέα ενός θείου σώματος, η θυσία του μπροστά στον υψηλό ιερέα, στον οποίο εμφανίζεται ο Θεός και με τον οποίο συνομιλεί το τρύπημα με το κοντάρι, ο θάνατος του Θεού που ακολουθείται από τελετουργικό διαμελισμό και η βρώση, η κοινωνία ενός μικρού τεμάχιου του σώματός του, είναι παραλληλισμοί που δεν μπορούσαν να παραβλεφθούν και προκάλεσαν πολύ μεγάλη κατάπληξη στους ισπανούς Πατέρες εκείνης της εποχής.
Στο Μιθραϊσμό, μία θρησκεία που ξεπήδησε λίγο πριν το Χριστιανισμό, ανακαλύπτουμε μία ιδιαίτερη ομάδα θυσιαστικών συμβόλων και μία αντίστοιχη τελετουργία που δυστυχώς μας είναι γνωστή μόνο από βουβά μνημεία. Σε ένα τέτοιο μνημείο ο Μίθρας αναπαριστάνεται να μεταφέρει τον ταύρο, ένα ταύρο θυσία για την εποχιακή γονιμότητα, μία στερεότυπη απεικόνιση της θυσιαστικής πράξης. Στις πλευρές της πύλης υπήρχαν δαδούχοι με υψωμένους και χαμηλωμένους δαυλούς. Επίσης, στην εικόνα υπάρχει πάντα στο τραπέζι ένα καρβέλι ψωμί σημειωμένο με σταυρούς. Επιπλέον, έχουν βρεθεί μικρές καμπάνες, οι οποίες συνδέονται πιθανώς με την καμπάνα που ηχεί κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Η μιθραϊκή θυσία είναι ουσιαστικά μία αυτοθυσία, καθώς ο ταύρος είναι παγκόσμιος και ταυτιζόταν αρχικά με τον ίδιο το Μίθρα. Έτσι εξηγείται ίσως η εναγώνια έκφραση στο πρόσωπο του ταυροκτόνου, που μπορεί να συγκριθεί με τη Σταύρωση του Γκουίντο Ρένι. Το κεντρικό θέμα της μιθραϊκής αναπαράστασης αντιστοιχεί στην πορεία του Χριστού που μεταφέρει το σταυρό, όπως ακριβώς η μεταμόρφωση του ζώου της θυσίας αντιστοιχεί στην ανάσταση του Θεού των Χριστιανών, με τη μορφή της τροφής και του ποτού. Η αναπαράσταση της θυσιαστικής πράξης η ταυροκτονία, θυμίζει τη σταύρωση ανάμεσα στους δύο κλέφτες, ο ένας από τους οποίους υψώθηκε στον παράδεισο, ενώ ο άλλος κατέβηκε στην κόλαση.
Αυτές οι λίγες αναφορές στη λατρεία του Μίθρα δεν είναι παρά ένα παράδειγμα για τον πλούτο των παραλληλισμών που μας παρέχουν οι θρύλοι και οι τελετές των διάφορων θεών της Μέσης Ανατολής που πεθαίνουν νέοι, τους θρηνούν και ανυψώνονται ξανά. Για οποιονδήποτε γνωρίζει έστω και λίγο αυτές τις θρησκείες, δεν υπάρχει αμφιβολία για τη βασική συγγένεια των συμβολικών τύπων και ιδεών. Την εποχή του πρώιμου χριστιανισμού και τις πρώτες μέρες της Εκκλησίας, ο παγανιστικός κόσμος ήταν διαποτισμένος με ιδέες αυτού του είδους και με ανάλογες φιλοσοφικές θεωρήσεις. Επάνω σε αυτό το υπόβαθρο εκτυλίχθηκαν οι οραματιστικές ιδέες των Γνωστικών φιλοσόφων.
Το όραμα του Ζώσιμου
Και ενώ είπα αυτά έπεσα σε ύπνο και είδα να στέκει εμπρός μου ένας θυσιαστικός ιερέας, υψηλά σε ένα βωμό, στο σχήμα μιας ρηχής λεκάνης. Δεκαπέντε σκαλοπάτια οδηγούσαν στο βωμό. Ο ιερέας στεκόταν εκεί και άκουσα μια φωνή άνωθεν να μου λέει: «Ιδού, συμπλήρωσα την κάθοδο στα δεκαπέντε σκαλιά του σκότους και ολοκλήρωσα την άνοδο στην κλίμακα του φωτός. Εκείνος που με ανανεώνει είναι ο ιερέας, γιατί αποβάλλει την πυκνότητα του σώματος. Εξαιτίας κάποιας πιεστικής αναγκαιότητας είμαι ιεροποιημένος και στέκω τελειοποιημένος σαν πνεύμα.» Αντιλήφθηκα τη φωνή εκείνου που στεκόταν επάνω στο βωμό και τον ρώτησα ποιος ήταν. Με λεπτή φωνή μου απάντησε λέγοντας: «Είμαι ο Ιών, ο ιερέας του ενδότατου κρυμμένου θυσιαστηρίου και υποβάλλω τον εαυτό μου σε ένα αβάστακτο μαρτύριο. Γιατί ήλθε εδώ κάποιος το πρωί βιαστικός, με κατέλαβε και με τρύπησε με το σπαθί, κόβοντάς με σε κομμάτια. Ωστόσο, το έκανε με τέτοιο τρόπο, ώστε διατηρήθηκε η διάταξη των άκρων μου. Αφαίρεσε το δέρμα της κεφαλής μου με το κραταιό ξίφος του και συγκεντρώνοντάς τα κόκκαλα και τα κομμάτια της σάρκας τους έβαλε φωτιά με το ίδιο του το χέρι, μέχρι που αντιλήφθηκα πως μεταμορφώθηκα και έγινα πνεύμα. Τούτο είναι το αβάσταχτο μαρτύριό μου.» Και καθώς τα έλεγε αυτά και τον κρατούσα, εξαναγκάζοντάς τον να συζητά μαζί μου, τα μάτια του έγιναν σαν αίμα. Απέβαλε όλη τη σάρκα του και τότε είδα πως μεταμορφώθηκε σε ένα ανθρωπάριο (homonculus) που είχε χάσει ένα μέρος του εαυτού του. Έσχισε τη σάρκα του με τα δόντια του και βυθίστηκε μέσα στον εαυτό του.
Στην πορεία των οραμάτων ο Ιερέας εμφανίζεται με διάφορες μορφές. Καταρχήν είναι Ιερέας και Ιερουργός, ο οποίος επιφορτίζεται με την τέλεση της θυσίας. Όμως και οι δύο μορφές ενώνονται σε μία καθώς υποφέρουν την ίδια μοίρα. Ο ιερέας της θυσίας υποτάσσεται εκούσια στο μαρτύριο, με το οποίο μεταμορφώνεται. Επίσης, είναι ο θύτης που θυσιάζεται, καθώς διαπερνάται από το σπαθί και διαμελίζεται τελετουργικά. Το δείπνον είναι ο τεμαχισμός του από τα ίδια του τα δόντια και η βρώση του από τον ίδιο. Η θυσία είναι η σάρκα του που καίγεται θυσιαστικά πάνω στο βωμό..
[…]
Σε μία παραλλαγή αυτών των οραμάτων υπάρχει ένας δράκοντας που σκοτώνεται και θυσιάζεται με τον ίδιο τρόπο, όπως ο ιερέας και επομένως μοιάζει ταυτόσημος. Κάτι τέτοιο μας οδηγεί να σκεφθούμε εκείνες τις συνηθισμένες εικόνες του μεσαίωνα, όχι αναγκαία αλχημικές, στις οποίες φαίνεται ένα φίδι να κρέμεται στο Σταυρό, στη θέση του Χριστού. (Σημειώστε τη σύγκριση του Χριστού με το φίδι του Μωυσή στο Κατά Ιωάννην Ιερό Ευαγγέλιο (κεφ. 3, στιχ.14) που λέει: «και καθώς ο Μωυσής ύψωσε τον όφιν εν τη ερήμω, ούτως υψωθήναι δει τον υιόν του ανθρώπου.»

Έχουμε ήδη αναφερθεί στο μολύβδινο ανθρωπάριο, σαν ένα από τα ονόματα του ιερέα. Τούτο δεν είναι τίποτα άλλο από το μολύβδινο πνεύμα του πλανητικού πνεύματος του Κρόνου. Στην εποχή του Ζώσιμου, ο Κρόνος θεωρείτο Εβραίος Θεός, πιθανώς εξαιτίας της επιθυμίας των Εβραίων να κρατούν ιερό το Σάββατο, μια και η λέξη Σάββατο σημαίνει «Ημέρα του Κρόνου». Επίσης, η ίδια εντύπωση επικρατούσε εξαιτίας του γνωστικού παραλληλισμού με τον υπέρτατο άρχοντα Ιαλνταμπαόθ («παιδί του χάους»), ο οποίος ως λεοντόμορφος μπορεί να συγκαταλεγεί με το Βάαλ, τον Κρόνο και το Σατούρν. Η μεταγενέστερη αραβική απόδοση του ονόματος του Ζώσιμου σαν αλ-μπρι (ο Εβραίος) δεν αποδεικνύει φυσικά ότι ήταν Εβραίος, αλλά φαίνεται από τα γραπτά του ότι ήταν εξοικειωμένος με τις εβραϊκές παραδόσεις. Ο παραλληλισμός ανάμεσα στον εβραίο Θεό και τον Κρόνο είναι σημαντικός, όσον αφορά την αλχημική ιδέα της μεταμόρφωσης του Θεού της Παλαιάς Διαθήκης στο Θεό της Καινής.
Οι αλχημιστές φυσικά έδιναν ιδιαίτερη σημασία στον Κρόνο, γιατί ήταν ο εξωτερικότερος πλανήτης, ο υπέρτατος άρχων [οι Χαρρανίτες τον ονόμαζαν «Primas» (Πρωτεύοντα)]. Επίσης, ο δημιουργός Ιαλνταμπαόθ είναι το spiritus niger (μαύρο πνεύμα) που βρίσκεται αιχμάλωτο μέσα στο σκοτάδι της ύλης, η θεότητα ή εκείνο το μέρος της θεότητας που έχει καταποθεί στη δική της δημιουργία. Είναι ο σκοτεινός θεός που επανέρχεται στην αρχική φωτεινή του κατάσταση μέσω του μυστηρίου της αλχημικής μετουσίωσης. Όπως λέει το έργοα Aurora consurgens (Ανεστημένη Αυγή), Μέρος Ι: «Ευλογημένος είναι εκείνος ο οποίος ανακάλυψε τούτη την επιστήμη και επάνω του διαχέεται η Θεία Πρόνοια του Κρόνου.» Οι μεταγενέστεροι αλχημιστές ήταν εξοικειωμένοι όχι μόνο με την τελετουργική σφαγή του δράκοντα, αλλά και με τη σφαγή ενός λιονταριού, που απεικονιζόταν με κομμένες τις τέσσερις πατούσες του. Όπως και ο δράκοντας, το λιοντάρι καταβροχθίζει τον εαυτό του και πιθανώς αποτελεί απλή παραλλαγή του θέματος. Το ίδιο το όραμα δείχνει πως ο κύριος σκοπός της διαδικασίας της μεταμόρφωσης είναι η πνευματικοποίηση του θυσιαζόμενου ιερέα, ο οποίος θα μετουσιωθεί σε πνεύμα. Επίσης, αναφέρεται πως «αλλάζει τα σώματα σε αίμα, κάνει τους οφθαλμούς να βλέπουν και τους νεκρούς να ξαναζούν». Αργότερα, στα οράματα εμφανίζεται με ένδοξη μορφή, που λάμπει λευκή σαν το μεσημβρινό ήλιο.

Σε όλα τα οράματα διακρίνεται καθαρά πως ο θυσιαστής και ο θυσιαζόμενος είναι το ίδιο πρόσωπο. Αυτή η ιδέα της ενότητας ανάμεσα στην πρώτη (prima) και έσχατη (ultima) ύλη, εκείνου που ελευθερώνει και εκείνου που πρόκειται να ελευθερωθεί, διαπερνά ολόκληρη την αλχημική ιδέα από την αρχή μέχρι το τέλος. Το απόφθεγμα «Unus est lapis, una medicina, unum vas, unum regimen, unaque dispositio» (Ένας είναι ο λίθος, ένα το ίαμα, ένα το σκεύος, μία η αρχή και μία η διάταξις) είναι το κλειδί στην αινιγματική γλώσσα της. Η ελληνική αλχημεία εκφράζει την ίδια ιδέα στον τύπο εν το παν. Το σύμβολό της είναι ο ουρόβορος, το φίδι που τρώει την ουρά του.

Στο όραμα που εξετάζουμε, ο ιερέας είναι εκείνος που κάνει τη θυσία και καταβροχθίζει τον εαυτό του σαν θυσία. Αυτό μας οδηγεί στους λόγους του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, που αναφέρει ότι στην Ευχαριστία ο Χριστός πίνει το δικό του αίμα. Παρόμοια, θα μπορούσε να προσθέσει κανείς ότι τρώει και τη δική του σάρκα. Το φρικιαστικό γεύμα στο όνειρο του Ζώσιμου μας υπενθυμίζει τα οργιαστικά γεύματα της λατρείας του Διόνυσου, στα οποία διαμερίζονταν τα θυσιασμένα ζώα και τρώγονταν. Με αυτόν τον τρόπο αναπαριστούσαν το Διόνυσο Ζαγρέα, που κομματιάστηκε από τους Τιτάνες. Από τα κατασπαραγμένα υπολείμματα της σάρκας της ξεπηδούσε ο νέος Διόνυσος «αγνόν δε βίον τείνων εξ ου Διός Ιδαίου μύστης γενόμενη και νυκτιπόλου Ζαγρέως βούτας τους ωμοφάγους δαίττες τελέσας.» (Ζώντας άγια ζωή, από τότε που μυήθηκα στα μυστήρια του Ιδαίου Δία και έφαγα ωμή τη σάρκα του Ζαγρέα, του βοσκού που περιφέρεται τη νύχτα.)
Η ψυχολογία της Θείας Λειτουργίας
Το τελετουργικό γεγονός που συμβαίνει στη Θεία Λειτουργία έχει διπλή όψη. Μία ανθρώπινη και μία θεία. Από την ανθρώπινη άποψη, προς το Θεό προσφέρονται δώρα στο βωμό, που υποδηλώνουν ταυτόχρονα την αυτοπροσφορά του ιερέα και του εκκλησιασμάτος. Η τελετουργική πράξει καθαγιάζει τόσο τα δώρα όσο και τους δότες. Τιμά και αναπαριστά το Μυστικό Δείπνο του Κυρίου και των μαθητών Του, την Ενσάρκωση, τα Πάθη, το θάνατο και την Ανάστασή Του. Ωστόσο, από τη θεϊκή άποψη τούτη η ανθρωπομορφική δράση είναι μόνον το εξωτερικό κέλυφος εκείνου που συμβαίνει πραγματικά και το οποίο δεν έχει σχέση με την ανθρώπινη δράση, αλλά αποτελεί θείο συμβάν. Για κάποιο χρονικό διάστημα η ζωή του Χριστού, αιώνια έξω από το χρόνο, γίνεται ορατή και εκτυλίσσεται μέσα στη χρονική αλληλουχία, αλλά σε συμπυκνωμένη μορφή, στην ιερή πράξη. Μαζί με τις προσφερόμενες ουσίες ο Χριστός ενσαρκώνεται, υποφέρει, θανατώνεται, μπαίνει στον τάφο, σπάζει τη δύναμη του κάτω κόσμου και υψώνεται ξανά μέσα στη δόξα. Όταν προφέρονται τα λόγια του καθαγιασμού, επεμβαίνει η ίδια η Θεότητα. Εκείνη δρα και είναι αληθινά παρούσα. Με αυτόν τον τρόπο διακηρύσσει ότι το κεντρικό συμβάν στη Θεία Λειτουργία είναι η πράξη χάρης της Θεότητας, στην οποία ο ιερέας παίζει μόνο το ρόλο του μεσολαβητή. Το ίδιο εφαρμόζεται στο εκκλησίασμα και στις προσφερόμενες ουσίες. Όλα αποτελούν μεσολαβητικές αιτίες του ιερού συμβάντος. Η παρουσία της Θεότητας ενώνει όλα τα τμήματα της θυσιαστικής πράξης σε μία μυστικιστική ενότητα. Συνεπώς, ο ίδιος ο Θεός προσφέρει τον εαυτό του σαν θυσία μέσα στις ουσίες, μέσα στον ιερέα και στο εκκλησίασμα. Παίρνει την ανθρώπινη μορφή του Υιού και προσφέρει τον εαυτό του σαν εξιλέωση προς τον Πατέρα.
Παρόλο που μια τέτοια πράξη συνιστά ένα αιώνιο γεγονός, που συμβαίνει μέσα στη θεότητα, ο άνθρωπος αποτελεί αναμφισβήτητα ουσιαστικό στοιχείο της. Καταρχήν επειδή ο Θεός ενδύεται την ανθρώπινη φύση μας και κατόπιν επειδή έχει την ανάγκη της μεσολαβητικής συνεργασίας του ιερέα και του εκκλησιάσματος, ακόμη και των υλικών ουσιών του άρτου και του οίνου, που έχουν μια ιδιαίτερη σημασία για τον άνθρωπο. Παρόλο που ο Θεός, ο Πατέρας έχει την ίδια φύση με το Θεό τον Υιό, μέσα στο χρόνο εμφανίζεται είτε σαν Αιώνιος Πατέρας ή σαν Υιός του Ανθρώπου, περιβεβλημένος σε ένα ανθρώπινο σώμα περιορισμένης διάρκειας. Η ανθρωπότητα σαν σύνολο περιλαμβάνεται στην ανθρώπινη φύση του Θεού και τούτος είναι ο λόγος τού γιατί συμπεριλαμβάνεται ο άνθρωπος στη θυσιαστική πράξη. Όπως ακριβώς ο Θεός κατά τη θυσιαστική πράξη είναι τόσο agens (ενεργητικός), όσο και patiens (παθητικός), έτσι είναι και ο άνθρωπος σύμφωνα πάντα με την περιορισμένη ικανότητά του. Η Causa efficiens (ικανή αιτία) της μετουσίωσης είναι μία αυθόρμητη πράξη της χάρης του Θεού. Το εκκλησιαστικό δόγμα επιμένει σε αυτή την άποψη και επιπλέον τείνει να αποδώσει την προπαρασκευαστική πράξη του ιερέα, στην πραγματικότητα την ίδια την ύπαρξη της τελετής σε θεία παρέμβαση μάλλον, παρά στη νωθρή ανθρώπινη φύση που επιβαρύνεται από το Προπατορικό αμάρτημα. (Κατά Ιωάννη Ιερό Ευαγγέλιο, 6:44 «οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με ἐὰν μὴ ὁ Πατὴρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν…) Η συγκεκριμένη άποψη έχει πολύ μεγάλη σημασία για την ψυχολογική κατανόηση της Θείας Λειτουργίας. Όποτε τείνει να επικρατήσει η μαγική όψη μιας τελετουργίας, τότε η τελετή στρέφει προς την ικανοποίηση της τυφλής θέλησης του εγώ για δύναμη, διασπώντας έτσι το μυστικό σώμα της Εκκλησίας σε ξεχωριστές μονάδες.
Από την άλλη, όταν η τελετή συλλαμβάνεται σε θεϊκή πράξη, τότε εκείνοι που συμμετέχουν αποκτούν οργανική ή «μεσολαβητική» σημασία. Επομένως, η άποψη της εκκλησίας προϋποθέτει την ακόλουθη ψυχολογική κατάσταση: Η ανθρώπινη συνείδηση (που αντιπροσωπεύεται από τον ιερέα και το εκκλησίασμα) αντιμετωπίζει ένα αυτόνοητο συμβάν. Τούτο το συμβάν συντελείται σε ένα «θείο» και «άχρονο» πεδίο, το οποίο υπερβαίνει τη συνείδηση και δεν εξαρτάται από την ανθρώπινη δράση, αλλά εξαναγκάζει τον άνθρωπο να δράσει. Ουσιαστικά τον χρησιμοποιεί σαν όργανο και τον μετατρέπει σε ερμηνευτή του θείου συμβάντος. Μέσω της τελετουργικής πράξης, ο άνθρωπος θέτει τον εαυτό του στη διάθεση μίας αυτόνομης και «αιώνιας» ενέργειας που λειτουργεί πέρα από τα επίπεδα της ανθρώπινης συνείδησης -si parva licet componere magnis (αν και μικρή, είναι δυνατόν να συγκριθεί με μεγάλα πράγματα)- με τον ίδιο τρόπο, περίπου, που ένας καλός ηθοποιός δεν αναπαριστά απλά το δράμα, αλλά κατακλύζεται από τη διάνοια του δραματουργού.

Η ομορφιά της τελετουργικής πράξης είναι μία από τις ουσιαστικές της ιδιότητες, γιατί ο άνθρωπος δεν υπηρετεί το Θεό ορθά, εκτός και αν τον υπηρετεί μέσα από την ομορφιά. Επομένως, η τελετή δεν έχει καμία πρακτική χρησιμότητα, γιατί κάτι τέτοιο θα την έστρεφε στην εξυπηρέτηση κάποιου σκοπού, σε ένα καθαρά ανθρώπινο επίπεδο. Όμως, οτιδήποτε θείο είναι από μόνο του αυτοσκοπός, ίσως ο μοναδικός που γνωρίζουμε σαν αληθινό. Το ερώτημα πώς κάτι αιώνιο μπορεί να «δρα» θα ήταν καλύτερα να μην το αγγίξουμε, απλά γιατί δεν μπορεί να απαντηθεί. Όντας ο άνθρωπος στην πράξη της Θείας Λειτουργίας ένα εργαλείο (αν και εργαλείο με τη δική του ελεύθερη βούληση), δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κάτι για το χέρι που τον οδηγεί. Το σφυρί δεν μπορεί να ανακαλύψει μέσα του τη δύναμη που το οδηγεί στο κτύπημα. Είναι κάτι εξωτερικό, κάτι αυτόνομο που καταλαμβάνει και κινεί τον άνθρωπο. Αυτό που συμβαίνει στον καθαγιασμό είναι ουσιαστικά ένα θαύμα, και έτσι θα έπρεπε να είναι. Διαφορετικά θα χρειαζόταν να σκεφθούμε μήπως δεν επικαλούμαστε το Θεό με τη μαγεία ή θα πλανιόμαστε σε φιλοσοφικά ερωτήματα του τύπου πώς κάτι αιώνιο μπορεί να δράσει, αφού η πράξη είναι μία διαδικασία μέσα στο χρόνο με αρχή και τέλος.
Κατ’ ανάγκην η μετουσίωση είναι μια αιτία θαυμασμού, ένα θαύμα το οποίο ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατανοήσει με κανένα τρόπο. Είναι ένα μυστήριο της πίστης mysterium fidei, ένα «μυστήριο» με την έννοια του δρώμενου και του δεικνύμενου, ένα μυστικό που δρα και επιδεικνύεται. Ο συνηθισμένος άνθρωπος δεν μπορεί να ανακαλύψει τίποτε μέσα του, που θα τον ωθούσε να τελέσει ένα «μυστήριο». Είναι δυνατόν να το πράξει μόνο όταν επιτρέψει στο μυστήριο να τον καταλάβει. Αυτή η κατάληψη, ή μάλλον η αισθητή ή υποθετική ύπαρξη μίας δύναμης πέρα από τη συνείδηση που τον καταλαμβάνει, είναι το κατεξοχήν θαύμα. Αληθινά ένα θαύμα, όταν σκεφτεί κανείς τι αναπαρίσταται. Τι είναι όμως εκείνο που μας ωθεί να απεικονίσουμε κάτι απόλυτα αδύνατο; Τι είναι εκείνο που εδώ και χιλιάδες χρόνια αποσπά από τον άνθρωπο τη μεγαλύτερη πνευματική προσπάθεια, τα ομορφότερα έργα τέχνης, τη βαθύτερη αφιέρωση, την ηρωικότερη αυτοθυσία και την πλέον αφοσιωμένη υπηρεσία; Τι άλλο παρά ένα θαύμα; Ένα θαύμα που δεν είναι δυνατόν να διαπράξει ο άνθρωπος. Μόλις προσπαθήσει να το θέσει σε λειτουργία ή να το κατανοήσει διανοητικά, τότε το πουλί πετάει μακριά. Το θαύμα εγείρει το θαυμασμό του ανθρώπου, ακριβώς γιατί μοιάζει ανεξήγητο.
Πράγματι, από ό,τι γνωρίζουμε για την ανθρώπινη φύση, δεν θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε ποτέ γιατί οι άνθρωποι περιορίζονται με αναφορές και δόγματα (εδώ εννοώ τις αναφορές που γίνονται από όλες τις θρησκείες για το αδύνατο). Μάλλον υφίσταται κάποια αναγκαστική αιτία για αυτό, αν και δεν είναι δυνατόν να την ανακαλύψουμε στην καθημερινή εμπειρία. Η ίδια η παραδοξότητα και το αδύνατο τέτοιων αναφορών αποδεικνύει την ύπαρξη αυτής της αιτίας. Τούτο είναι το πραγματικό υπόβαθρο της πίστης, όπως λαμπρά διατυπώθηκε από τον Τερτυλιανό prorsus credibile, quia ineptum (όλως πιστευτόν το άτοπον). Οι απίθανες γνώμες αργά ή γρήγορα επιδέχονται κάποιας διόρθωσης. Ωστόσο, οι δηλώσεις της θρησκείας είναι οι πλέον απίθανες από όλες και παρόλα αυτά επιβιώνουν εδώ και χιλιάδες χρόνια. Η αναμενόμενη ζωτικότητά τους αποδεικνύει την ύπαρξη μίας επαρκούς αιτίας, που μέχρι στιγμής έχει διαφύγει της επιστημονικής έρευνας. Σαν ψυχολόγος, μπορώ μόνο να ελκύσω των προσοχή του κοινού σε τούτο το γεγονός και να τονίσω πως δεν υπάρχουν εύκολες ερμηνείες για φαινόμενα τέτοιου είδους.
Η διπλή όψη της Θείας Λειτουργίας δε βρίσκει μόνο έκφραση στην αντιδιαστολή της ανθρώπινης και της θείας πράξης, αλλά και στη διπλή όψη του Θεού και του Θεανθρώπου. Παρόλο που οι δύο έννοιες αποτελούν από τη φύση τους μία ενότητα, αναμφισβήτητα αντιπροσωπεύουν μία δυαδικότητα στο τελετουργικό δράμα. Χωρίς αυτή τη «διχοτόμηση του Θεού», αν επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουμε ένα τέτοιο όρο, η όλη πράξη της θυσίας θα ήταν ασύλληπτη και θα στερείτο πραγματικότητας. Σύμφωνα με τη Χριστιανική άποψη, ο θεός δεν απέβαλε ποτέ τη θεϊκή του ιδιότητα, ακόμη και όταν εμφανίσθηκε με ανθρώπινη μορφή στη χρονική τάξη. Ο Χριστός στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο δηλώνει (Κεφ. 10, στιχ.30): «εγώ και ο πατήρ εν εσμέν» και «ο εωρακώς εμέ εώρακε τον πατέρα.» Ωστόσο, επάνω στο Σταυρό ο Χριστός αναφωνεί: «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλειπες;» Τούτη η αντίφαση πρέπει να υπάρχει, αν είναι ψυχολογικά αληθινή η ρήση «πολύς Θεός και πολύ άνθρωπος». Αν είναι όντως αληθινή, τότε τα διαφορετικά λόγια του Χριστού δεν είναι καθόλου αντιφατικά. Όντας κανείς «πολύ άνθρωπος» σημαίνει ότι έχει απομακρυνθεί πολύ και είναι απόλυτα διαφορετικός από το Θεό. «De profundis clamavi ad te, Domine.» (Εκ βαθέων ανέκραξα προς σε, Κύριε). Αυτή η κραυγή επιδεικνύει τόσο την απομάκρυνση όσο και την προσέγγιση, το εξώτατο σκότος και τον εκθαμβωτικό σπινθήρα του Θείου. Ο Θεός στην ανθρώπινη όψη του είναι προφανώς τόσο μακριά από τον εαυτό του, που οφείλει να Τον αναζητήσει μέσα από την απόλυτη αυτοπαράδοση. Και πού θα μπορούσε να βρίσκεται η ολοκλήρωση του Θεού, αν δεν είναι δυνατόν να γίνει ολοκληρωτικά ο «άλλος»;
Με τον ίδιο τρόπο ο Γνωστικός Νους έπεσε στη δύναμη της Φύσης και απέκτησε τη σκοτεινή, χθόνια μορφή του ερπετού. Ο Μανιχαϊκός «Αρχικός Άνθρωπος», επίσης, στην ίδια ουσιαστικά κατάσταση προσέλαβε όλες τις ποιότητες του Κακού. Στο Θιβετανικό Βουδδισμό όλοι οι θεοί, ανεξαίρετα, διαθέτουν μία ειρηνική και μία οργισμένη όψη, γιατί κυριαρχούν επάνω σε όλα τα βασίλεια της φύσης. Η διχοτόμηση του Θεού σε θεϊκή και ανθρώπινη φύση, η επιστροφή στον εαυτό Του μέσω της θυσιαστικής πράξης εισάγει το καθησυχαστικό δόγμα πως μέσα στο σκοτάδι του ανθρώπου υπάρχει κρυμμένο ένα φως, που θα επιστρέψει για μία ακόμη φορά στην πηγή του. Τούτο το φως πραγματικά ήθελε να κατέλθει μέσα στο σκοτάδι για να παραλάβει τον Αλυσοδεμένο και να τον οδηγήσει στο αιώνιο φως. Όλα αυτά αποτελούν ένα σύμπλεγμα προχριστιανικών ιδεών, και δεν είναι τίποτε άλλο από το δόγμα του Ανθρώπου. Του «Ανθρώπου του Φωτός», τον οποίο οι λόγοι του Χριστού στα ευαγγέλια υποθέτουν σαν κοινή γνώση.
ΘΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ
Ο συμβολισμός της στη Θεία Λειτουργία
– Καρλ Γιουνγκ
