Η ρίζα του Δέντρου της Ζωής

Η Θ. γέλασε καθώς θυμήθηκε μια λεπτομέρεια από κάποιο παιδικό παραμύθι. Η λεπτομέρεια είχε να κάνει με τη δωρεά ενός μαγικού μυστικού, μιας μαγικής λέξης, που η χρησιμοποίησή της θα μπορούσε να δώσει στον χρήστη ό,τι ζητούσε. Κάπως έτσι της φαινόταν η προσευχή. Ναι, είχαν ανοίξει ξαφνικά τα μάτια της σε αυτή τη δωρεά, αλλά το περίεργο ήταν ότι δεν είχε τίποτα δικό της να ζητήσει.

«Τότε, γιατί μου φανερώθηκε;» αναρωτήθηκε. «Δεν μπορεί να μην υπάρχει κάποιος λόγος. Μόνο που δεν τον διακρίνω αυτή τη στιγμή.»

Έφτασε σε μια στάση και πήρε το λεωφορείο για το λιμάνι.

«Το θέμα ‘προσευχή’ με έχει συναρπάσει» σκέφτηκε τη στιγμή ακριβώς που η άκρη του ματιού της έπιανε κάτι καινούριο στην ανοδική πορεία του.

«Ναι, δεν υπάρχει αμφιβολία» συνέχισε «ότι η προσευχή είναι υψηλή τέχνη και ύψιστη επιστήμη. Κι έτσι όπως μου παρουσιάζεται τώρα, στην αρχική, αμόλυντη μορφή της, μου προκαλεί απέραντο σεβασμό και δέος. Μόνο σε αυτή τη μορφή μπορεί να τη δεχτεί η φύση μου. Κάθε άλλη μορφή της από τις αγοραίες που κυκλοφορούν, μου προκαλεί άπωση. Φαντάζομαι τι κοσμογονικά πράγματα θα μπορούσαν να συντελεστούν αν μια ομάδα ανθρώπων, που ζουν στο επίπεδο της Διαίσθησης, έκαναν επιστημονική χρήση της προσευχής, με πλήρη επίγνωση της κάθε λέξης, του κάθε φθόγγου που προφέρουν και του αντίστοιχου κραδασμικού πεδίου που θέτουν σε κίνηση. Ο Αρχιμήδης είχε πει, δώστε μου μοχλό και θα κινήσω τη γη. Ε, λοιπόν, η προσευχή είναι ένας τέτοιος μοχλός και μπορεί να κινήσει όχι μόνο τη γη, αλλά και τους ουρανούς. Κυρίως μάλιστα αυτούς, αφού πάλλεται από δυνάμεις κατερχόμενες από τον Θεό-Δημιουργό.»

Η Θ. πήρε τώρα τον Ηλεκτρικό. Ήταν ακόμα γεμάτη από το θάμβος των νέων αποκαλύψεων. Άλλα άρκεσε μια ματιά στους συνεπιβάτες της για να της διαλύσει το θάμβος.

Ένα ρίγος διέτρεξε το σώμα της. Τι είχε δει;

«Περί αυτού πρόκειται» σκέφτηκε. «Δεν είδα ΤΙΠΟΤΑ. Αυτό ήταν που με συγκλόνισε. Δεν είδα κανέναν πυρήνα μέσα τους. Μόνον ένα μηχανικό ζώο, μία μάζα από τυφλή, βιολογική ζωή, κατώτερη μάλιστα από τη βιολογική στάθμη των ζώων, μια σκέτη σάρκινη μηχανή, χωρίς τίποτα το μη-μηχανικό μέσα της.»

Νέα ρίγη διέτρεξαν το σώμα της. Της ήρθε να πηδήξει έξω από το βαγόνι. Η γειτνίασή τους την τρόμαξε.

«Αυτές οι κρεάτινες μηχανές μπορούν να αλέσουν τα πάντα, κάθετι που θα βρεθεί στον δρόμο τους, καλό-κακό, χρήσιμο-άχρηστο. Χωρίς διάκριση. Το μόνο που έχει σημασία είναι η πράξη του αλέσματος, το διαρκές μάσημα, η ασταμάτητη καταβρόχθιση κάθε βρώσιμης ουσίας.»

Η μισή ώρα που διαρκεί το ταξίδι από τον Πειραιά ως την Αθήνα, της φάνηκε σωστή αιωνιότητα. Βγήκε από τον Ηλεκτρικό σαν να έβγαινε από στρατόπεδο βασανιστηρίων και φρικαλεοτήτων. Ψαύστηκε για να βεβαιωθεί ότι δεν της έλειπε κανένα μέλος.

«Πάλι καλά που γλίτωσα από τα μηχανικά τους σαγόνια» έκανε μα ανακούφιση.

«Και να φανταστεί κανείς ότι ανάμεσά τους θα βρίσκονταν σίγουρα και μερικοί θρήσκοι» συνέχισε, καθώς έπαιρνε τη Θεμιστοκλέους. «Και ότι σαν θρήσκοι, θα κάνουν οπωσδήποτε χρήση της προσευχής…»

Νέα ρίγη διέτρεξαν το σώμα της.

«Τι τα θες» συνέχισε τους συλλογισμούς της, ο «Θεός-Δημιουργός είναι η Ρίζα μας, η Ρίζα των πάντων κι όσο δεν συνειδητοποιούμε τη σύνδεσή μας με Αυτόν, είμαστε καταδικασμένοι να περιφερόμαστε στη ζωή άριζοι. Ταυτόχρονα, δημιουργούμε μικρές, μηχανικές, πλαστές ρίζες, υποκατάστατα της μίας και μοναδικής Ρίζας, και στρεφόμαστε γύρω από αυτές. Αλλά επειδή οι ρίζες που δημιουργούμε δεν είναι η ΡΙΖΑ, δεν αντλούμε ενέργεια από αυτές, δεν τρεφόμαστε και για αυτό νιώθουμε μόνιμα λιμασμένοι ακόμα κι αν η δυστυχία μας δεν μας είναι συνειδητή.

Ο μεγάλος τροφοδοτικός Ταμιευτήρας είναι ο Θεός-Δημιουργός. Αυτός που, με την περίσσεια της ενέργειάς Του, δημιούργησε τους Κόσμους και τα πλάσματα. Και η προσευχή είναι μια συνειδητή, επιστημονική, άντληση δύναμης από την Ανεξάντλητη Πρώτη Αιτία. Όποιος δεν έχει συνειδητή σύνδεση με τον Δημιουργό, προσπαθεί να αντλήσει δύναμη από μη-θρεπτικές «πηγές» με αποτέλεσμα τη διαιώνιση της πείνας, του και το εσωτερικό στέγνωμά του. Θεέ μου, τι γαλήνη, τι ηρεμία, όταν συνειδητοποιεί κανείς την Ανεξάντλητη Πηγή, την κορυφαία και μεγάλη Βούληση. Στην εσωτερική μου πόρευση γεύτηκα και άφησα πίσω μου μία σειρά από μικροβουλήσεις, επειδή δεν είχαν να προσφέρουν τον άρτο που τρώγεται και δεν αναλίσκεται.

Πρώτα από όλα πέρασα από την εγωκεντρική βούληση του πλανητικού χώρου, του Ζωδιακού, του Γαλαξιακού και τώρα βρίσκομαι να ψαύω τη μία, τη μεγάλη και μοναδική Βούληση πίσω από όλες τις μικρότερες βουλήσεις, τη Βούληση του Θεού-Δημιουργού. Από εδώ και πέρα δεν θα υπάρχει παρά μόνον αυτή και αυτή θα πρέπει να γεμίσει το άδειο κανάλι μου, το άδειο κέλυφός μου και να κατευθύνει τα βήματά μου. Μόνον έτσι γίνεται κανείς σκεύος στα δικά Του χέρια. Μου έρχεται στο νου η παλιά προειδοποίηση που είχε φορέσει από μόνη της τον τίτλο «Το Μάτι του Θεού». Αυτή είναι η Πατρίδα, επί τέλους, αυτή είναι η Ιθάκη, αυτός είναι ο τόπος στον οποίο κάποτε ζούσε το ον που τώρα ενοικεί σε τούτο εδώ το σαρκίο.»

Philipp Sadeler, Der Tod, 1626
Philipp Sadeler, Der Tod, 1626